
Η Γαλλία στις φλόγες
Κοινωνική προστασία και κρίση εμπιστοσύνης
Γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος
Είχα ξεκινήσει από τις πέντε το πρωί, τότε που το Παρίσι ανήκει σε όσους έχουν το κουράγιο να το περπατούν. Λίγο αργότερα σιγά – σιγά ξεμύταγαν οι άνθρωποι που προετοιμάζουν την πόλη πριν ξυπνήσει, τους φουρνάρηδες, τους υπαλλήλους της καθαριότητας, τους λίγους διαβάτες που βιάζονται να προλάβουν την ημέρα.
Στη Βαστίλη και στο Μαραί, με το πρώτο φως του ήλιου τα καφέ μόλις ετοίμαζαν τα τραπεζάκια τους, ένας σκουπιδιάρης έσπρωχνε αργά τη σκούπα του στο πεζοδρόμιο, ενώ ένα φορτηγό ξεφόρτωνε εμπορεύματα στη rue de Poitou, διακόπτοντας για λίγο την ησυχία.
Αργότερα μύρισε φρεσκοψημένο ψωμί από έναν φούρνο που είχε μόλις ανοίξει και καφέ από μια μικρή brasserie, όπου ο πρώτος πελάτης διάβαζε σκυμμένος την εφημερίδα του.
Σήκωνα συχνά το βλέμμα στις παλιές προσόψεις, στα σφυρήλατα μπαλκόνια, στις βαριές ξύλινες πόρτες και στις πέτρινες λεπτομέρειες των κτιρίων, που μαρτυρούν πως αυτή η πόλη έχει μάθει να συνυπάρχει με τους αιώνες χωρίς να χάνει τον καθημερινό της ρυθμό.
Στα στενά του Μαραί, η Ιστορία δεν χρειάζεται πινακίδες για να γίνει αισθητή, αρκεί να περπατάς και να αφήνεις τη φαντασία σου να συμπληρώνει όσα δεν βλέπεις.
Από το Square du Temple – Élie Wiesel κατευθυνόμουν προς την πλατεία Δημοκρατίας. Κοίταξα την ώρα. Στις δέκα είχα ραντεβού εκεί, κάτω από το μεγάλο άγαλμα της Δημοκρατίας, με την Αναστασία και τον δεκατριάχρονο γιο μου τον Άλεξ.
Είχα ήδη περπατήσει αρκετά, μα τώρα βιαζόμουν λίγο περισσότερο. Σκεφτόμουν τον γιο μου, το πρόσωπό του όταν θα με έβλεπε από μακριά, τις πρώτες κουβέντες μας, το πού θα πηγαίναμε μετά, τι θα του έδειχνα και τι θα μου έδειχνε εκείνος με τον δικό του τρόπο.
Υπάρχει μια ιδιαίτερη χαρά στο να περιπλανιέσαι μόνος σε μια ξένη πόλη, αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο βαθύ στην προσμονή να τη μοιραστείς με τους ανθρώπους σου. Πλησίαζα στην πλατεία με την ανεμελιά ενός ταξιδιώτη που έχει όλη την ημέρα μπροστά του.
Δεν είχα κανέναν λόγο να υποψιάζομαι πως, σε λίγο, η εικόνα της πόλης που απολάμβανα θα αποκτούσε ένα εντελώς διαφορετικό νόημα.
Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία δεν εκρήγνυται επειδή συνέβη κάτι πρωτοφανές, αλλά επειδή όσα συσσωρεύονταν επί χρόνια βρίσκουν, μια αφορμή για να βγουν στον δρόμο. Η Γαλλία ζει σήμερα μια τέτοια στιγμή.
Οι μαθητικές διαδηλώσεις, οι συγκρούσεις με την αστυνομία, οι λεηλασίες και οι εμπρησμοί δεν αποτελούν ένα ενιαίο φαινόμενο, ούτε μπορούν να εξηγηθούν με την ευκολία της απόδοσης ευθυνών σε έναν πολιτικό χώρο.
Συνιστούν, ωστόσο, διαφορετικές εκφράσεις μιας βαθύτερης κρίσης, της απομάκρυνσης μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας από ένα πολιτικό σύστημα που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να πείσει ότι μπορεί να προσφέρει απαντήσεις.
Η αφορμή ήταν συγκεκριμένη. Από τα τέλη Σεπτεμβρίου, μαθητές σε ολόκληρη τη χώρα διαμαρτύρονται για τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, τις ανεπαρκείς σχολικές υποδομές και την υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης.
Σύντομα, όμως, η διαμαρτυρία ξεπέρασε τα όρια του σχολείου. Συναντήθηκε με την αγωνία μιας γενιάς που βρίσκεται αντιμέτωπη με την ακρίβεια, το στεγαστικό πρόβλημα, την εργασιακή ανασφάλεια και την αίσθηση ότι το μέλλον της έχει ήδη αποφασιστεί χωρίς τη συμμετοχή της. Οι μαζικές κινητοποιήσεις της 17ης Οκτωβρίου, με επεισόδια, εμπρησμούς και λεηλασίες, μετέφεραν αυτή την κοινωνική ένταση σε μια νέα, επικίνδυνη φάση.
Θα ήταν, ωστόσο λάθος να θεωρήσουμε ότι η κοινωνική οργή εξηγεί αυτομάτως και τη βία. Η διαμαρτυρία για ένα σχολείο που εγκαταλείπεται δεν ταυτίζεται με την επίθεση σε αστυνομικούς, όπως η διεκδίκηση αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν νομιμοποιεί τη λεηλασία ενός καταστήματος. Οι αιτίες μιας εξέγερσης και οι ευθύνες για τις επιμέρους πράξεις της πρέπει να εξετάζονται χωριστά.
Διαφορετικά, η κοινωνική δυσαρέσκεια γίνεται άλλοθι για την αυθαιρεσία ή, αντίστροφα, η βία γίνεται πρόσχημα για να αποσιωπηθούν τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος έσπασε τις βιτρίνες, αλλά ποιοι θα αξιοποιήσουν πολιτικά τα θραύσματά τους. Η Μαρίν Λεπέν και η Εθνική Συσπείρωση διαθέτουν ένα σαφές πλεονέκτημα στο πεδίο της πολιτικής επικοινωνίας.
Οι εικόνες των καμένων αυτοκινήτων και των λεηλατημένων καταστημάτων ενισχύουν το αφήγημα της ανασφάλειας και της απώλειας του κρατικού ελέγχου, επιτρέποντας στην Ακροδεξιά να εμφανίζεται ως δύναμη αποκατάστασης της τάξης.
Η κοινωνική συζήτηση μετατοπίζεται έτσι από το τι οφείλει να προσφέρει το κράτος στους πολίτες στο πόσο αυστηρά μπορεί να επιβάλει την εξουσία του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική αξιοποίηση των επεισοδίων εγγυάται εκλογικά οφέλη ούτε ότι οι πολίτες που ανησυχούν για την ασφάλειά τους υιοθετούν αυτομάτως τις θέσεις της Ακροδεξιάς. Σημαίνει, όμως, ότι μια κοινωνική κινητοποίηση που ξεκινά με αιτήματα για καλύτερη δημόσια εκπαίδευση μπορεί να καταλήξει να υπηρετεί μια εντελώς διαφορετική πολιτική ατζέντα.
Η βία, ανεξάρτητα από τις προθέσεις όσων την προκαλούν, μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη για εκείνους που επιθυμούν να περιορίσουν τη δημόσια συζήτηση στο δίλημμα «τάξη ή χάος».
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση και η Αριστερά ανταλλάσσουν κατηγορίες για την ευθύνη της αναταραχής. Η κυβέρνηση αποδίδει κεντρικό ρόλο σε ριζοσπαστικές αριστερές ομάδες, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν και η Ανυπότακτη Γαλλία αρνούνται ότι υποκινούν τη βία.
Η παρουσία αναρχικών ή άλλων εξτρεμιστικών ομάδων σε συγκρούσεις δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ένα κοινοβουλευτικό κόμμα οργάνωσε τις ταραχές. Απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία για εντολές, συντονισμό και συμμετοχή.
Από την άλλη πλευρά, κανένα πολιτικό κίνημα δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει τη βία ως αμελητέα λεπτομέρεια όταν αυτή εμφανίζεται στο περιθώριο των κινητοποιήσεών του.
Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα με ένα από τα ισχυρότερα κοινωνικά κράτη στον κόσμο και οι δημόσιες κοινωνικές δαπάνες από τις υψηλότερες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η Γαλλία διαθέτει εκτεταμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας, υγείας και επιδομάτων, χωρίς αυτό να έχει εξαλείψει την ανασφάλεια, τις ανισότητες και την αίσθηση εγκατάλειψης.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση, οι κοινωνικές παροχές είναι σημαντικές, αλλά δεν αρκούν όταν η καθημερινότητα γίνεται ακριβότερη και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μετανάστευση προσθέτει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διάσταση. Όταν οι δυσκολίες ένταξης, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι ανησυχίες για την ασφάλεια δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, οι εντάσεις μπορούν να οξυνθούν και να αξιοποιηθούν πολιτικά από τα άκρα.
Η πρόκληση είναι να συζητηθούν τα προβλήματα χωρίς συλλογικές ενοχοποιήσεις και χωρίς να αποσιωπώνται οι πραγματικές δυσκολίες. Γιατί ούτε το κοινωνικό κράτος ούτε η πολιτική ρητορική μπορούν από μόνα τους να υποκαταστήσουν την ένταξη, την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα, η κρίση εμπιστοσύνης. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε απόσυρση, κυνισμό ή οργή.
Η Γαλλία δεν είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που αντιμετωπίζει αυτή τη συνθήκη. Η στεγαστική ανασφάλεια, το αυξανόμενο κόστος ζωής και η αίσθηση κοινωνικής ακινησίας διαβρώνουν την εμπιστοσύνη.
Η δημοκρατία, όμως, δεν κινδυνεύει μόνο όταν οι δρόμοι παραδίδονται στη βία. Κινδυνεύει και όταν η πολιτική εξουσία αντιμετωπίζει κάθε διαμαρτυρία ως απειλή, όταν η αντιπολίτευση επενδύει στην αποσταθεροποίηση και όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η συμμετοχή τους μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε.
Η απάντηση, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι ούτε η ανοχή στην καταστροφή ούτε η ανεξέλεγκτη καταστολή. Χρειάζεται η απόδοση συγκεκριμένων ευθυνών, η προστασία του δικαιώματος στην ειρηνική διαδήλωση και, κυρίως, η αντιμετώπιση των αιτιών που τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Γιατί η τάξη χωρίς δικαιοσύνη κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυταρχισμό, ενώ η διαμαρτυρία χωρίς όρια μπορεί να εκφυλιστεί σε αυθαιρεσία.
Στο τέλος, η εικόνα της Γαλλίας δεν είναι μόνο εκείνη μιας πόλης με σπασμένες βιτρίνες και καμένα αυτοκίνητα. Είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που αναζητά τρόπους να ακουστεί και ενός πολιτικού συστήματος που δοκιμάζεται από την αδυναμία του να μετατρέψει την οργή σε αλλαγή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει από τις φλόγες, αλλά αν η δημοκρατία θα καταφέρει να δώσει στους πολίτες έναν λόγο να μην τις χρειάζονται.
Από τη Γαλλία στα Βαλκάνια
Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Από την Ισπανία και την Πορτογαλία έως την Ιταλία, το Βέλγιο και την Αλβανία, διαφορετικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν κοινές αγωνίες, ακρίβεια, στεγαστική κρίση, εργασιακή ανασφάλεια και αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στην πολιτική εξουσία. Για πολλούς, η υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής απομακρύνεται, ακόμη κι όταν εργάζονται ή σπουδάζουν.
Οι αιτίες δεν είναι παντού ίδιες, ούτε υπάρχει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κίνημα. Κοινή είναι, όμως, η αίσθηση ότι οι κοινωνίες αλλάζουν, οι δυσκολίες μεγαλώνουν και η πολιτική αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών. Όταν το μέλλον μοιάζει όλο και πιο αβέβαιο και οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην τους, η απογοήτευση μετατρέπεται σε κοινωνική οργή.
Τα τέρατα περιμένουν έξω από την πόρτα
Δεν έχουμε την πολυτέλεια να αντιμετωπίζουμε τη δημοκρατία ως μια κατάκτηση οριστική, σαν ένα σπίτι που χτίστηκε κάποτε και δεν κινδυνεύει πια να γκρεμιστεί. Η δημοκρατία είναι ένα σπίτι που χρειάζεται καθημερινά να κατοικούμε, να επισκευάζουμε και να υπερασπιζόμαστε. Δεν είναι αλάνθαστη, δεν είναι δίκαιη σε όλα της, δεν εκπληρώνει πάντοτε τις υποσχέσεις της.
Έχει τις καθυστερήσεις της, τις υποκρισίες της, τις ανεπάρκειες και τις απογοητεύσεις της. Έχει, όμως, κάτι που κανένα αυταρχικό καθεστώς δεν μπορεί να εγγυηθεί, τη δυνατότητα να διορθώνουμε τα λάθη μας χωρίς να χρειάζεται να καταστρέψουμε την ελευθερία μας.
Στην Ευρώπη, αυτή η δυνατότητα δεν μας χαρίστηκε.
Γεννήθηκε μέσα από πολέμους, στρατόπεδα, εξορίες, ολοκληρωτισμούς, διώξεις, ερείπια και εκατομμύρια ζωές που χάθηκαν όταν η πολιτική μετατράπηκε σε λατρεία της δύναμης και ο άνθρωπος έπαψε να θεωρείται αυταξία. Γι’ αυτό η Ευρώπη δεν είναι απλώς μια οικονομική ένωση, μια κοινή αγορά ή ένα σύνολο θεσμών.
Είναι, στην καλύτερη εκδοχή της, η απόφαση των λαών της να μην επιτρέψουν ξανά στην Ιστορία να επιστρέψει στις πιο σκοτεινές της σελίδες. Και αυτή η απόφαση δεν μπορεί να επιβιώσει αν οι κοινωνίες της εγκαταλείψουν τους αδύναμους, αν οι νέοι μεγαλώνουν χωρίς προοπτική, αν η ανισότητα γίνεται μοίρα και η πολιτική αδιαφορεί για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Δεν αρκεί να υπερασπιζόμαστε τους θεσμούς με λόγια, πρέπει να κάνουμε τη δημοκρατία άξια της εμπιστοσύνης των ανθρώπων. Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η απογοήτευση δικαιολογεί τη βία ή ότι η ανασφάλεια απαιτεί την παράδοση των ελευθεριών μας.
Όταν η κοινωνία κουράζεται, όταν η εμπιστοσύνη εξαντλείται και όταν ο δημόσιος διάλογος αντικαθίσταται από τον φόβο και την οργή, τότε οι δυνάμεις που υπόσχονται εύκολες λύσεις βρίσκουν ανοιχτές πόρτες.
Τα τέρατα δεν επιστρέφουν πάντοτε με τις ίδιες στολές, τις ίδιες σημαίες ή τα ίδια συνθήματα. Μπορεί να επιστρέψουν με την υπόσχεση της ασφάλειας, με την περιφρόνηση των δικαιωμάτων, με την περιθωριοποίηση του διαφορετικού ή με την πεποίθηση ότι η ελευθερία είναι ένα περιττό βάρος. Γι’ αυτό δεν πρέπει να περιμένουμε να εμφανιστούν για να αναρωτηθούμε πώς βρήκαν τον δρόμο.
Πρέπει να προστατεύσουμε τη δημοκρατία και την ευρωπαϊκή ιδέα με τη μεγαλύτερη δυνατή αποφασιστικότητα, όχι επειδή είναι τέλειες, αλλά επειδή όσα τις διαδεχθούν μπορεί να είναι πολύ χειρότερα.
Πρέπει να τις προστατεύσουμε χωρίς να ξεχάσουμε ότι η πραγματική τους δύναμη δεν βρίσκεται στην ικανότητά τους να επιβάλλονται, αλλά στην ικανότητά τους να ακούν, να διορθώνονται και να συμπεριλαμβάνουν.
Γιατί, αν αφήσουμε την ελπίδα να γίνει προνόμιο των λίγων και την αξιοπρέπεια να μετατραπεί σε πολυτέλεια, τότε δεν θα έχουμε απλώς αποτύχει να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία. Θα έχουμε προετοιμάσει, μόνοι μας, τον κόσμο που θα την αντικαταστήσει.
Όταν ξεκίνησα εκείνο το πρωινό να περπατώ στο Παρίσι, δεν μπορούσα να φανταστώ πως η διαδρομή προς την πλατεία Δημοκρατίας θα γινόταν κάτι περισσότερο από μια συνάντηση με τους δικούς μου ανθρώπους.
Κάτω από το άγαλμα, εκεί όπου είχα δώσει ραντεβού με την Αναστασία και τον Άλεξ, η εικόνα της πόλης θα μπορούσε να μου θυμίσει πως η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα σύμβολο από πέτρα και μέταλλο, ούτε μια λέξη χαραγμένη στα βιβλία της Ιστορίας.
Είναι η καθημερινή υπόσχεση ότι οι άνθρωποι μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια, να διεκδικούν, να διαφωνούν και να ελπίζουν χωρίς να φοβούνται.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τις φλόγες της Γαλλίας και τις αγωνίες ολόκληρης της Ευρώπης. Όχι απλώς η αποκατάσταση της τάξης, αλλά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Όχι η σιωπή των δρόμων, αλλά η δυνατότητα των ανθρώπων να ακούγονται πριν η οργή γίνει καταστροφή.
Κοιτάζοντας σήμερα το τραυματισμένο άγαλμα της Δημοκρατίας, σκέφτομαι πως η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να παραδώσουμε στα παιδιά μας έναν κόσμο όπου η ελευθερία δεν θα είναι αυτονόητη μόνο στα λόγια, αλλά πραγματική εμπειρία ζωής. Γιατί η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο στις μεγάλες πολιτικές κρίσεις, αλλά και στο μέλλον που καταφέρνει να προσφέρει σε κάθε νέα γενιά.