
Γράφει ο Κώστας Στοφόρος
Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης με κάθε νέο του βιβλίο μας επιφυλάσσει μια έκπληξη καθώς έχει απασχοληθεί όχι μόνο με το μυθιστόρημα αλλά και με τις ιστορικές μελέτες. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει βεβαίως στις εργασίες του για τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή αλλά και στις πολλές και ποικίλου ενδιαφέροντος συλλογές κειμένων που έχει επιμεληθεί με πιο πρόσφατη την έκδοση για τα 100 χρόνια του Ολυμπιακού. Τώρα επιστρέφει με μια δική του ιστορία, ένα σύντομο αλλά πολύ ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα, «Το κρυφό τετράδιο», εκδόσεις ΚΥΦΑΝΤΑ με θέμα πολύ ιδιαίτερο-τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα. Την ομηρία ενός δασκάλου σε σχολείο από ένοπλο. Που εισβάλλει αναπάντεχα, χωρίς να γνωρίζει πως τα παιδιά λείπουν σε εκδρομή. Έτσι ξετυλίγεται ένα θρίλερ που σταδιακά μας αποκαλύπτει τα κίνητρα του δράστη. Η πολύχρονη εμπειρία του στο χώρο της εκπαίδευσης , αλλά και από τη ζωή στη Γερμανία σε συνδυασμό με τη συγγραφική δεινότητα μας χαρίζουν ένα βιβλίο που δεν μένει στη επιφάνεια, ενώ παράλληλα μας κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα και μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς ένας άνθρωπος που ποτέ δεν θα φανταζόταν κανείς πως θα εισβάλλει σε ένα σχολείο γίνεται τελικά θύμα των κοινωνικών συνθηκών και μπαίνει σε ρόλο θύτη ο ίδιος…
–Τι σας παρακίνησε να γράψετε αυτή τη νουβέλα;
Τη σχολική χρονιά 1995- 1996 είχα αποσπαστεί στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ για να κάνω μεταπτυχιακές σπουδές ενός χρόνου στα παιδαγωγικά αφού δούλευα ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα. Το δεύτερο εξάμηνο του 1996 πέρα από τα μαθήματα που παρακολούθησα, έκανα εργασία σε δημοτικά σχολεία της πόλης. Και κάποια στιγμή έμαθα μία είδηση που με συγκλόνισε.
Ο Τόμας Χάμιλτον εισέβαλε οπλισμένος με τέσσερα περίστροφα σ’ ένα δημοτικό σχολείο του Ντανμπλέιν της Σκωτίας και δολοφόνησε εν ψυχρώ 16 παιδιά ηλικίας 5-6 ετών και τη δασκάλα τους Γκουέν Μέιορ. Επιπλέον τραυματίστηκαν άλλα 12 παιδιά και ένας καθηγητής. Λίγα λεπτά μετά την επίθεση ο Χάμιλτον αυτοκτόνησε. Το τραγικό έγκλημα έμεινε γνωστό ως «Η σφαγή των αθώων» και παραμένει μέχρι σήμερα ως η πιο μαζική δολοφονία στην βρετανική ιστορία. Αυτό το γεγονός με φόβισε γιατί κατάλαβα ότι οι δάσκαλοι είμαστε ανοχύρωτοι στο έλεος κακόβουλων σκέψεων και πράξεων.
Κράτησα ένα μικρό αρχείο των γεγονότων από τις εφημερίδες που κυκλοφορούσαν τότε. Ένα χρόνο αργότερα στο τέλος του 1997 διορίστηκα στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Μονάχου. Αν και το σχολείο είχε προσωπική ασφάλεια και κάμερες, πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να συμβεί κάτι απρόοπτο. Τότε ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα, να χτίζω τους ήρωες και να ψάχνω τα βαθύτερα αίτια της συμπεριφοράς τους. Το βιβλίο το έγραψα τουλάχιστον δέκα φορές: διόρθωνα έσβηνα και έγραφα μέχρι το καλοκαίρι του 2025. Από το 1997 μέχρι το 2025 το κρατούσα στο συρτάρι μου και ήμουν αφοσιωμένος με το θέμα του. Έπρεπε να προσέξω πολύ τι θα γράψω, πολύ περισσότερο επειδή ήμουν δάσκαλος. Το καλοκαίρι του 2025 το έδωσα στις εκδόσεις ΚΥΦΑΝΤΑ να το διαβάσουν. Τους άρεσε, το επιμελήθηκαν και το εξέδωσαν.
–Βασίζεται σε κάποια πραγματικά γεγονότα;
Αν και στο βιβλίο η δράση εκτυλίσσεται στην Αθήνα και στο Μόναχο το μυθιστόρημα δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα ή σε σχολεία που υπηρέτησα ως δάσκαλος στην εκπαίδευση. Έχω διαβάσει άλλες ιστορίες που όμως δεν έχουν σχέση με την ελληνική εκπαίδευση. Η πείρα που έχω μου έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίζω πώς δουλεύει ένα σχολείο και ποια είναι η εσωτερική του δομή και λειτουργία. Αυτό με βοήθησε να φτιάξω την πλοκή της ιστορίας.
-Είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με ένα αστυνομικό αφήγημα;
Ναι, αλλά έχω διαβάσει πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικά και ξένα. Δεν ήταν η πρόθεσή μου να γράψω αστυνομικό αφήγημα: προέκυψε όσο εκτυλισσόταν η ιστορία μου: το θέμα μου ήταν η εισβολή ενός τρομοκράτησε σχολείο.
–Πώς βλέπετε την κατάσταση στην εκπαίδευση σε σχέση με ζητήματα γενικότερης βίας;
Στα παλιά σχολεία, τις προηγούμενες δεκαετίες δεν υπήρχαν σοβαρά προβλήματα πειθαρχίας και συμπεριφοράς: η κατάσταση ελεγχόταν εύκολα από τους δασκάλους. Η εξέλιξη της κοινωνίας, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, το γεγονός ότι η οικογένεια βάλλεται από παντού άλλαξαν τα σχολεία. Τα παιδιά έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά εμπόδια μέχρι να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Όχι μόνο απαιτούνται χρήματα αλλά πρέπει και να διαλέξεις μια σχολή ενώ δεν υπάρχει σωστός προσανατολισμός. Από την άλλη συχνά γονείς εισβάλλουν σε σχολεία και επεμβαίνουν στο έργο των δασκάλων. Μερικοί μαθητές σπάνε τα τζάμια ή καταστρέφουν σχολικό υλικό.
Ένας άλλο παράγοντας είναι το μπούλινγκ που υφίστανται οι αδύναμοι μαθητές. Και στα δικά μου χρόνια, μαθητές που έμεναν σε τάξεις ή ήταν σωματικά ανεπτυγμένοι έκαναν μπούλινγκ. Δεν υπήρχαν οι σημερινές ακρότητες. Κατά την άποψή μου πρέπει να υπάρξει μία ζύμωση και μία συνεννόηση ανάμεσα σε γονείς, δασκάλους και μαθητές, προκειμένου να οριστούν και να τηρηθούν κανόνες που θα βοηθήσουν το σχολείο να λειτουργήσει ομαλότερα. Το σχολείο είναι τμήμα της κοινωνίας και επηρεάζεται από τις γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις.
–Με όσα έγιναν πρόσφατα στη Κρήτη και με αφορμή διάφορες απόψεις επισήμων περί οπλοκατοχής, έγινε ακόμη πιο επίκαιρο το βιβλίο σας. Πώς βλέπετε αυτά τα ζητήματα;
Θα πάω πάλι πίσω στο 1996 όταν έγινε η περίφημη «Σφαγή των αθώων» στη Σκωτία. Η συγκεκριμένη μαζική δολοφονία, είχε σοκάρει την κοινωνία της Βρετανίας και έφερε αλλαγές στο καθεστώς της οπλοκατοχής. Το 1997 η τότε κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Τζον Μέιτζορ εισήγαγε νόμο που ποινικοποίησε την κατοχή πυροβόλων όπλων. Δηλαδή το Ηνωμένο Βασίλειο πήρε τα μέτρα του. Εδώ στην Ελλάδα μπορεί να συμβεί κάτι ανάλογο; Όλα μπορούν να λυθούν με θέληση και με συζητήσεις στις περιοχές που κατέχουν όπλα. Είναι κρίμα να πεθαίνουν άνθρωποι.
Εφημερίδα Ο Δρόμος της Αριστεράς, 10 -1- 2026