
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στην ανάγκη του ανθρώπου να ξεχνά. Ο χρόνος μαλακώνει τις εντάσεις, σβήνει τις λεπτομέρειες και μετατρέπει ακόμη και τις πιο τραυματικές εμπειρίες σε θολές αναμνήσεις. Αυτό που κάποτε προκαλούσε φόβο, οργή και ανασφάλεια, αργότερα συζητείται σχεδόν με πολιτική επιείκεια ή και νοσταλγία.
Έτσι λειτουργεί πολλές φορές και η συλλογική μνήμη των κοινωνιών. Και στην Ελλάδα, η πολιτική αμνησία μοιάζει διαχρονικά να αποτελεί βασικό στοιχείο της δημόσιας ζωής.
Η επιστροφή πλέον του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο ως γεγονός, αντιμετωπίζεται από ορισμένους σχεδόν ως μεσσιανική εξέλιξη. Παρουσιάζεται περίπου ως ένας πολιτικός που δικαιώθηκε από την ιστορία, ως μια ώριμη πλέον προσωπικότητα που μπορεί να εκφράσει ξανά την κοινωνία, σαν να μην υπήρξε ποτέ η περίοδος του 2015 και όσα βίωσε τότε η χώρα.
Σαν να μην έφτασε η Ελλάδα ένα βήμα πριν την οικονομική και θεσμική κατάρρευση.
Όμως η ιστορία δεν ξαναγράφεται με επικοινωνιακές καμπάνιες, ούτε με πολιτικό rebranding. Και κυρίως δεν μπορεί να στηρίζεται στην λήθη των πολιτών.
Βεβαίως, για να είμαστε σοβαροί, η ελληνική κρίση δεν ξεκίνησε το 2015. Το 2015 ήταν η κορύφωση μιας μακράς πορείας πολιτικής ανευθυνότητας, πελατειακού κράτους και οικονομικών αυταπατών που οικοδομήθηκαν επί δεκαετίες.
Ήδη από την περίοδο της διακυβέρνησης Σημίτη,για να μην πάμε πιο παλιά, η χώρα οδηγήθηκε σε τεράστιο δανεισμό προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
Ένα έργο που ασφαλώς έδωσε διεθνές κύρος στην Ελλάδα, αλλά κόστισε δισεκατομμύρια ευρώ και επιβάρυνε σημαντικά τα δημόσια οικονομικά. Η μεταολυμπιακή πραγματικότητα άφησε πίσω της έργα αναξιοποίητα, υπέρογκα κόστη συντήρησης και μια χώρα που συνέχιζε να ζει με δανεικά.
Και όμως, σχεδόν κανείς δεν λογοδότησε πραγματικά για το οικονομικό αποτύπωμα εκείνης της περιόδου.
Στην συνέχεια, η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή άφησε πίσω της μια χώρα δημοσιονομικά εκτροχιασμένη, με τεράστια ελλείμματα, ανεξέλεγκτο δανεισμό και μια επίπλαστη ευημερία που στηριζόταν αποκλειστικά στο φθηνό χρήμα και στις κρατικές σπατάλες.
Το πολιτικό σύστημα γνώριζε ότι το μοντέλο αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί, όμως κανείς δεν είχε το πολιτικό θάρρος να μιλήσει ανοιχτά στην κοινωνία.
Στην συνέχεια ήρθε ο Γιώργος Παπανδρέου αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα πολύ πιο σκληρή από εκείνη που δημόσια παρουσιαζόταν. Η προσφυγή στο ΔΝΤ και στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης υπήρξε μια ιστορική τομή που στιγμάτισε την χώρα και διέλυσε πολιτικά το ΠΑΣΟΚ.
Το κόμμα που κυριάρχησε επί δεκαετίες κατέρρευσε εκλογικά, πληρώνοντας σχεδόν μόνο του το πολιτικό κόστος της κρίσης και των μνημονίων. Ακόμη και σήμερα πολλοί συζητούν αν υπήρχε διαφορετικός δρόμος ή αν έγιναν λάθη χειρισμών.
Όμως η ουσία είναι ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου βρέθηκε να διαχειρίζεται μια ήδη χρεοκοπημένη χώρα, την στιγμή που μεγάλο μέρος της κοινωνίας αλλά και του πολιτικού προσωπικού αρνούνταν να αποδεχθούν το μέγεθος της καταστροφής.
Και τότε εμφανίστηκε η πιο χαρακτηριστική έκφραση της ελληνικής πολιτικής υποκρισίας. Ο Αντώνης Σαμαράς, ως αρχηγός της αντιπολίτευσης, επένδυσε πολιτικά πάνω στον αντιμνημονιακό λόγο, στα περίφημα Ζάππεια 1 και 2, υποσχόμενος ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις, ότι τα μνημόνια μπορούν να ακυρωθούν χωρίς συνέπειες και ότι η οικονομία μπορεί να επιστρέψει στην κανονικότητα χωρίς συγκρούσεις και θυσίες.
Τελικά, ως πρωθυπουργός, βρέθηκε να εφαρμόζει μνημονιακές πολιτικές πολύ διαφορετικές από όσα προηγουμένως κατήγγειλε. Και ειλικρινά, ελπίζω τουλάχιστον να μην υπάρξει ξανά το πολιτικό θράσος μιας νέας προσωπικής πολιτικής παρουσίας.
Η χώρα έχει πληρώσει ήδη πολύ ακριβά τις προσωπικές στρατηγικές, τις πολιτικές φιλοδοξίες και τα παιχνίδια εσωτερικής εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ανέλαβε θριαμβευτικά ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015.
Μια κοινωνία εξαντλημένη, οργισμένη και απογοητευμένη ήταν έτοιμη να πιστέψει οποιονδήποτε υποσχόταν σχίσιμο μνημονίων, εθνική αξιοπρέπεια και εύκολη σύγκρουση με την Ευρώπη χωρίς κόστος.
Η περίφημη, σκληρή διαπραγμάτευση, παρουσιάστηκε ως επαναστατική στρατηγική, όμως στην πράξη εξελίχθηκε σε μια επικίνδυνη πολιτική αυταπάτη. Capital controls, κλειστές τράπεζες, φυγή κεφαλαίων, οικονομική ασφυξία, πάγωμα της αγοράς και τελικά ένα ακόμη βαρύτερο μνημόνιο αποτέλεσαν τον πραγματικό απολογισμό εκείνης της περιόδου.
Τα συνθήματα περί νταουλιών που θα χορεύουν οι αγορές, οι θεατρικές παραστάσεις αντίστασης, οι ψευδαισθήσεις περί μονομερών ενεργειών και οι δημόσιες περσόνες αντισυστημικής επανάστασης, κατέρρευσαν μπροστά στην πραγματικότητα των διεθνών συσχετισμών και της οικονομίας. Και το πιο τραγικό είναι ότι το κόστος εκείνης της περιόδου δεν το πλήρωσαν οι πολιτικοί πρωταγωνιστές της, αλλά η ελληνική κοινωνία.
Σήμερα, με τον Αλέξη Τσίπρα να επιστρέφει πλέον ενεργά στο πολιτικό σκηνικό, επιχειρείται μια περίεργη εξιδανίκευση εκείνης της εποχής. Οι ίδιοι άνθρωποι που δίχαζαν την κοινωνία σε μνημονιακούς και προδότες, που καλλιεργούσαν τοξικότητα και ψευδαισθήσεις, εμφανίζονται τώρα περίπου ως ώριμοι θεσμικοί παράγοντες. Και μέρος του πολιτικού και δημοσιογραφικού συστήματος μοιάζει πρόθυμο να τους παρουσιάσει ξανά ως λύση.
Ήδη όλοι γνωρίζουμε ότι πολύ μεγάλοι επιχειρηματίες γνωστοί στο πανελλήνιο με τηλεοπτικά μέσα ,εκδοτικά και ιντερνετικά μέσα προωθούν με τον καλύτερο τρόπο την επανεμφάνιση του αριστερού Κυρίου Τσίπρα εδώ και πολύ καιρό.
Όμως η χώρα δεν χρειάζεται άλλους σωτήρες. Δεν χρειάζεται νέους κύκλους αυταπατών και πολιτικής μυθολογίας. Χρειάζεται σοβαρότητα, ιστορική μνήμη και κυρίως πολίτες που να μην ξεχνούν τόσο εύκολα.
Γιατί όλα όσα συμβαίνουν με την παρουσία νέων αστικών κομμάτων είναι απλά ένα καλοδουλεμένο παιχνίδι στημένο από το ίδιο το ΣΥΣΤΗΜΑ.
Γιατί η λήθη στην προσωπική ζωή ίσως λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας. Στην πολιτική όμως συχνά μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοκαταστροφής.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών