Το Κιλκίς, ο Ορφέας και το ΡΕΞ!

Τα βράδια της παλιάς Άρτας στην Πλατεία Κιλκίς

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Κάποτε, όταν έπεφτε το βράδυ στην Πλατεία Κιλκίς, η Άρτα άλλαζε όψη. Τα φώτα του «Ορφέα» και αργότερα του «ΡΕΞ» άναβαν, οι παρέες γέμιζαν τα τραπεζάκια του Κιλκίς και οι δρόμοι της πλατείας αποκτούσαν τον δικό τους ξεχωριστό παλμό. Για δεκαετίες, η καρδιά της βραδινής ζωής της πόλης χτυπούσε ανάμεσα σε κινηματογραφικές αφίσες, καλοκαιρινές βόλτες, γέλια, συζητήσεις και μυρωδιές από παγωτό και γιασεμί.

Υπάρχουν χώροι που δεν μένουν στη μνήμη μόνο για τα κτίρια ή τη θέση τους μέσα στην πόλη, αλλά για τις εικόνες, τις φωνές και τις στιγμές που έζησαν οι άνθρωποι εκεί. Για πολλές δεκαετίες η Πλατεία Κιλκίς υπήρξε ακριβώς αυτό για την Άρτα: το σημείο όπου η πόλη άλλαζε πρόσωπο όταν έπεφτε το βράδυ.

Τις ώρες που έκλειναν τα μαγαζιά και κόπαζε η φασαρία της αγοράς, η περιοχή γύρω από την πλατεία αποκτούσε έναν διαφορετικό παλμό. Τα φώτα άναβαν, οι παρέες κατέβαιναν στην πόλη, οι κινηματογράφοι γέμιζαν κόσμο και τα τραπεζάκια των καφενείων και των ζαχαροπλαστείων απλώνονταν μέχρι αργά στον δρόμο. Για τους Αρτινούς πολλών γενιών, η διασκέδαση της πόλης ήταν άρρηκτα δεμένη με τρία ονόματα: το Κιλκίς, τον Ορφέα και το ΡΕΞ.

Το παλιό Κέντρο «Κιλκίς» υπήρξε για χρόνια ένα από τα πιο γνωστά στέκια της περιοχής. Μάλιστα, κάποιοι παλιοί υποστήριζαν πως το κατάστημα προηγήθηκε της ίδιας της ονομασίας της πλατείας. Δίπλα στον πολυσύχναστο δρόμο, το μαγαζί γνώρισε περιόδους ακμής αλλά και παρακμής, ακολουθώντας τις μεταβολές της ίδιας της πόλης.

Αρχικά επιπλώθηκε με ιδιαίτερο γούστο. Τοποθετήθηκαν κομψά τραπέζια και καρέκλες, μπήκαν μπιλιάρδα και προσεγμένες βιτρίνες, δημιουργώντας έναν χώρο που φιλοδοξούσε να λειτουργήσει ως κοσμικό κέντρο για την Άρτα της εποχής. Ήταν όμως ακριβό για τα δεδομένα των δύσκολων εκείνων χρόνων και η πόλη δεν μπορούσε πάντοτε να στηρίξει ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα.

Αρκετοί επιχειρηματίες πέρασαν κατά καιρούς από το Κιλκίς. Ακόμη και ο έμπειρος Χρήστος Παππάς, που το ανέλαβε μαζί με τον αδελφό του Τάσο, δεν κατάφερε να του δώσει μόνιμη πνοή. Για μεγάλα διαστήματα το κατάστημα έμενε κλειστό, ώσπου αργότερα το ανέλαβε ο Βασίλης Χατζόπουλος και το μετέτρεψε σε πιο λαϊκό ζαχαροπλαστείο και χαρτοπαικτική λέσχη. Εκεί συγκεντρώνονταν εργάτες, βιοπαλαιστές και άνθρωποι της καθημερινότητας για να πιουν καφέ, να κουβεντιάσουν και να παίξουν χαρτιά.

Κάπως έτσι το άλλοτε «πολυτελές» κέντρο έγινε σταδιακά ένα αυθεντικό λαϊκό στέκι της πλατείας. Και τελικά, μέσα από αυτή τη μετάβαση, γεννήθηκε κάτι ακόμη σημαντικότερο για την πολιτιστική ζωή της Άρτας.
Όταν το κατάστημα πέρασε στα χέρια του Βασίλη Τσολιά και του Αριστείδη Χρηστίδη, άρχισε να μεταμορφώνεται σε κινηματογράφο. Το όνομα που πήρε ήταν «Ορφέας».

Ο Βασίλης Τσολιάς είχε αναλάβει το Κιλκίς ήδη από το 1932. Το λειτουργούσε αρχικά ως καφενείο, όμως είχε μια ιδέα που για την Άρτα της εποχής έμοιαζε σχεδόν πρωτοποριακή: να προβάλλει ταινίες τα βράδια. Η έβδομη τέχνη ήταν τότε κάτι εντελώς νέο για την πόλη και οι προβολές άρχισαν γρήγορα να προσελκύουν κόσμο.

Με τον καιρό, το καφενείο μετατράπηκε σε αμιγή κινηματογράφο. Ο Ορφέας υπήρξε ουσιαστικά ο πρώτος κινηματογράφος της Άρτας και ο κυρ Βασίλης Τσολιάς — που προηγουμένως εργαζόταν ως κουρέας — καυχιόταν αργότερα πως ήταν από τους παλαιότερους κινηματογραφιστές της Ελλάδας.

 

Ο κινηματογράφος βρισκόταν στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο «Κρόνος». Στην αρχή διέθετε μηχανή προβολής PREVOST και αργότερα γερμανική A.E.G. Μηχανικός ήταν ο Νίκος Κατσαντάς, ενώ στο προσωπικό εργάστηκαν ο Κώστας Ρίγγας και αργότερα τα αδέλφια του, Μάχος και Ράκιας. Ο μικρός Νίκος πουλούσε ξηρούς καρπούς στις προβολές, ενώ στο ταμείο βρισκόταν συχνά η σύζυγος του Τσολιά, η Ευθυμούλα.

Η αίθουσα διέθετε περίπου 320 ξύλινες καρέκλες και εξώστη. Τα παιδιά κατέκλυζαν τις πρώτες σειρές, ενώ στον εξώστη ανέβαινε συνήθως η «μαρίδα» της εποχής. Πριν αρχίσει η ταινία και σβήσουν τα φώτα, ξεσπούσαν μικρές «μάχες» με στραγάλια και πειράγματα, ενώ συχνά αδέσποτα ζώα έβρισκαν τρόπο να τρυπώνουν ανάμεσα στους θεατές.

Ο Ορφέας όμως δεν ήταν μόνο κινηματογράφος. Για δεκαετίες αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους πολιτιστικούς χώρους της πόλης. Εκεί πραγματοποιήθηκαν θεατρικές παραστάσεις, πολιτικές συγκεντρώσεις, φιλολογικά πρωινά, συναυλίες της φιλαρμονικής και αποκριάτικοι χοροί. Στον ίδιο χώρο οι γερμανικές αρχές συγκέντρωσαν τους Εβραίους της Άρτας τη μαύρη ημέρα της 24ης Μαρτίου 1944.

Στον Ορφέα έκανε επίσης την πρώτη του εμφάνιση ο Νίκος Ρίζος, τον Μάιο του 1944, σε ερασιτεχνική παράσταση που διακόπηκε από τους κατακτητές όταν έστησαν μπλόκο έξω από το θέατρο.

Οι παλιότεροι θυμούνται ακόμη τα καμώματα των θεατών στις παραστάσεις των περιοδευόντων θιάσων, όταν κάποιοι νεαροί από τις πρώτες σειρές σήκωναν με βέργες τα φουστάνια των ηθοποιών, προκαλώντας φωνές και αναστάτωση. Άλλοι θυμούνται τον φακίρη Δόκτορα Βαλκάντρα να εξαφανίζει τη βοηθό του και να βγάζει περιστέρια και κουνέλια από άδεια κουτιά.

Ακόμη πιο ζωντανές έμειναν οι εικόνες από τις εφόδους των καθηγητών του γυμνασίου στις προβολές. Οι μαθητές απαγορευόταν να πηγαίνουν σινεμά και συχνά οι καθηγητές απαιτούσαν να σταματήσει η ταινία και να ανάψουν τα φώτα για να εντοπίσουν τα «κουρεμένα κεφάλια» των γυμνασιόπαιδων. Τότε άρχιζαν οι αποδράσεις από τα παράθυρα και την επόμενη μέρα οι τιμωρίες στο σχολείο.

Ο κυρ Βασίλης Τσολιάς αγαπούσε πραγματικά τον κινηματογράφο. Έφερνε πολλές ιταλικές παραγωγές της Τσινετσιτά, ιστορικά έργα, θρησκευτικές ταινίες και μεγάλες περιπέτειες με Ηρακλείδες και Μασίστες. Κάθε καλή ταινία τη χαρακτήριζε «κολοσσό» και στενοχωριόταν όταν το κοινό δεν ανταποκρινόταν.

Ο Ορφέας έκλεισε το 1969 και λίγο αργότερα κατεδαφίστηκε. Ο κυρ Βασίλης πέθανε το 1974. Όταν η νεκρική πομπή πέρασε από την Πλατεία Κιλκίς, ο Γαρίφαλος Σκορδής βγήκε συγκινημένος από το μαγαζί του και φώναξε:
«Κυρ Βασίλη, αποχαιρέτα το Κιλκίς».
Ήταν σαν να έκλεινε οριστικά ένα μεγάλο κεφάλαιο της παλιάς Άρτας.

Η συνέχεια της κινηματογραφικής ζωής της πλατείας γράφτηκε λίγο πιο πέρα, στο «ΡΕΞ». Το κτίριο χτίστηκε στο οικόπεδο των αδελφών Δεβέκου, εκεί όπου παλιότερα υπήρχε παλιό οθωμανικό χάνι. Για χρόνια ο τοπικός Τύπος ζητούσε την κατεδάφισή του, θεωρώντας ότι αλλοίωνε την εικόνα της πόλης δίπλα στην Παρηγορήτισσα και την πλατεία Σκουφά.

Το ΡΕΞ λειτούργησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και αποτέλεσε για πολλά χρόνια το πιο σύγχρονο κινηματοθέατρο της Άρτας. Διέθετε περίπου 600 άνετα καθίσματα, μεγάλη σκηνή και καμαρίνια, φιλοξενώντας όχι μόνο κινηματογραφικές προβολές αλλά και θεατρικές παραστάσεις και εκδηλώσεις.

Τα βράδια στο ΡΕΞ έδωσαν νέα πνοή στην Πλατεία Κιλκίς. Οι φωτισμένες αφίσες, οι ουρές στα ταμεία, οι παρέες που έκαναν βόλτα πριν από την προβολή και τα ζευγάρια που περπατούσαν στην πλατεία έγιναν κομμάτι της κοινωνικής ζωής της Άρτας τις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

Πριν αρχίσει η ταινία, οι νεότεροι χαζεύανε τις φωτογραφίες στις βιτρίνες του κινηματογράφου, ενώ οι μεγαλύτεροι κάθονταν στα κοντινά ζαχαροπλαστεία για πάστα αμυγδάλου, νουγκατίνα και παγωτό κασάτο. Τα καλοκαιρινά βράδια η πλατεία γέμιζε φωνές, μυρωδιές και μουσικές. Η Άρτα της εποχής μπορεί να ήταν μικρή, όμως εκείνες τις ώρες ένιωθε πως συμμετείχε κι αυτή στον μεγάλο κόσμο της εικόνας, της διασκέδασης και της νεανικής ζωής.

Και ίσως γι’ αυτό, για πολλούς παλιούς Αρτινούς, η Πλατεία Κιλκίς δεν θυμίζει μόνο ένα σημείο της πόλης. Θυμίζει τα βράδια της νιότης τους. Τις παρέες, τις προβολές, τα πρώτα ραντεβού, τις φωνές έξω από το ΡΕΞ και τις σκοτεινές αίθουσες όπου ολόκληρη η πόλη ονειρευόταν μπροστά σε μια φωτισμένη οθόνη.