Η Άρτα των επαγγελματιών (1891-1929)

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Α΄ Μέρος
Η πρώτη επαγγελματική απογραφή της Άρτας μετά την Απελευθέρωση (1891)

Δέκα μόλις χρόνια είχαν περάσει από την απελευθέρωση της Άρτας και την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος, όταν εκδόθηκε στην Αθήνα ο «Οδηγός του Εμπορίου και της Βιομηχανίας της Ελλάδος» του Χ. Μακρίδη. Στις σελίδες του περιλαμβάνεται ένας μικρός αλλά ιδιαίτερα σημαντικός επαγγελματικός κατάλογος της πόλης, ο οποίος αποτελεί την παλαιότερη έως σήμερα γνωστή καταγραφή των επαγγελματιών της ελεύθερης Άρτας.

Πρόκειται για μια πηγή ανεκτίμητης αξίας. Δεν καταγράφει μόνο ονόματα και επαγγέλματα. Αποτυπώνει μια ολόκληρη εποχή. Μας επιτρέπει να περπατήσουμε νοερά στους δρόμους της Άρτας του 1891, να γνωρίσουμε τους ανθρώπους της αγοράς, να δούμε τι παρήγαγε, τι εμπορευόταν και πώς ζούσε μια μικρή επαρχιακή πόλη που προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό της μέσα στη νέα ελληνική πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τον οδηγό, ο νομός Άρτας περιλάμβανε τότε μόλις δύο επαρχίες, της Άρτας και των Τζουμέρκων, με συνολικό πληθυσμό 32.890 κατοίκους. Η πόλη της Άρτας αριθμούσε 7.048 κατοίκους και αποτελούσε το μοναδικό σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής.

Παρά το σχετικά μικρό της μέγεθος, η Άρτα κατείχε ιδιαίτερη θέση στην οικονομία της Ηπείρου. Ήταν το εμπορικό κέντρο μιας ευρύτατης περιοχής που περιλάμβανε τα Τζουμέρκα, τα Ραδοβίζια, τον εύφορο αρτινό κάμπο και δεκάδες ορεινά χωριά. Στην πόλη συγκεντρώνονταν τα προϊόντα της υπαίθρου πριν πάρουν τον δρόμο για άλλες αγορές.

Ο ίδιος ο οδηγός αναφέρει ότι από την Άρτα εξάγονταν σιτηρά, ζώα, βούτυρο, δέρματα, έρια, βαλανίδια, χρυσόξυλο, ελιές, κουκούλια μεταξοσκώληκα και ξυλεία. Αντίθετα, εισάγονταν υφάσματα, αποικιακά είδη, σιδηρικά, υαλικά, χρώματα και άλλα προϊόντα που δεν παράγονταν στην περιοχή.

Η εμπορική αυτή δραστηριότητα συνδεόταν άμεσα με την Κόπραινα, η οποία μετά την απελευθέρωση της Άρτας εξελίχθηκε στο βασικό επίνειο της πόλης. Η Σαλαώρα, που εξυπηρετούσε την περιοχή κατά την οθωμανική περίοδο, είχε παραμείνει εκτός των νέων ελληνικών συνόρων. Έτσι η Κόπραινα ανέλαβε τον ρόλο της θαλάσσιας πύλης της Άρτας.

Από εκεί αναχωρούσαν τα προϊόντα της αρτινής γης προς τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της χώρας και μέσω αυτής έφθαναν τα εισαγόμενα εμπορεύματα που τροφοδοτούσαν την τοπική αγορά.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τη μεγαλύτερη θέση στον επαγγελματικό κατάλογο καταλαμβάνουν οι έμποροι.

Ανάμεσά τους συναντούμε τους Ιωσήφ Ρ. Αβδελά, Γαρουφαλιά Π. και Υιούς, Ιωάννη Ζάρα, τους αδελφούς Ιωχανάν, τον Ι. Γ. Κασίμη, τον Δημήτριο Κατσαδήμα και Υιό, τον Γ. Κογιαντή, τους Λαμπρίδη και Παππά, τον Β. Λογοθέτη και Υιούς, τον Αβραάμ Σ. Μιζάν, τους Αριστ. και Ν. Οικονόμου, τον Χρ. Παναβέλη, τον Α. Παπαβασιλείου, την εταιρεία Παπαστεργίου και Σία, τον Κ. Πέμπα, τον Κ. Ρίγκα, τον Χρ. Δ. Σινδώρη, τους αδελφούς Σούση, τον Αναστ. Τσέτη, τους Φραγκισκάτο και Παπαδημητρίου και τους Χανανέλ Ιωχανά και Σία.

Οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήταν απλοί καταστηματάρχες. Ήταν οι άνθρωποι που κινούσαν την οικονομία της πόλης. Αρκετοί χαρακτηρίζονται από τον οδηγό ως εισαγωγείς, εξαγωγείς και τραπεζίτες.

Σε μια εποχή όπου τραπεζικά καταστήματα δεν υπήρχαν ακόμη στην Άρτα, οι μεγάλοι έμποροι χρηματοδοτούσαν συναλλαγές, χορηγούσαν πιστώσεις και διευκόλυναν τη διακίνηση προϊόντων και κεφαλαίων.

Η εμπορική ζωή της πόλης στηριζόταν επίσης στις μεταφορές. Γι’ αυτό και στον κατάλογο συναντούμε δύο ατμοπλοϊκά πρακτορεία, του Ιωάννη Ζάρα και του Β. Ξανθόπουλου. Η παρουσία τους υπενθυμίζει τη σημασία των θαλάσσιων συγκοινωνιών σε μια εποχή που το οδικό δίκτυο παρέμενε περιορισμένο και οι μετακινήσεις γίνονταν κυρίως με υποζύγια και κάρα.
Εξίσου ενδιαφέροντα είναι τα μικρότερα επαγγέλματα που καταγράφονται.

Ο μοναδικός αρτοποιός που αναφέρεται είναι ο Βασίλειος Γιαννάκης. Σήμερα το γεγονός προκαλεί έκπληξη, όμως στα τέλη του 19ου αιώνα πολλά νοικοκυριά εξακολουθούσαν να ζυμώνουν και να ψήνουν το ψωμί τους στο σπίτι ή σε γειτονικούς φούρνους.

Στον τομέα των βιβλίων και της γραφικής ύλης δραστηριοποιούνταν οι Παναγής Τζανέτος και Αλέξανδρος Ξανθόπουλος. Τα βιβλιοχαρτοπωλεία τους εξυπηρετούσαν τις ανάγκες μαθητών, δασκάλων και δημοσίων υπαλλήλων σε μια περίοδο κατά την οποία η εκπαίδευση αναπτυσσόταν με γρήγορους ρυθμούς στο νεοενταγμένο τμήμα της Ηπείρου.

Τη νομική κοινότητα της πόλης εκπροσωπούσαν οι δικηγόροι Ευστάθιος Γαρουφαλιάς, Δημήτριος Μίλων και Ευάγγελος Χέλμης, ενώ καθήκοντα συμβολαιογράφου ασκούσε ο Ιωάννης Τσίτσας. Ήταν οι άνθρωποι που χειρίζονταν αγοραπωλησίες, κληρονομιές, συμβόλαια και δικαστικές υποθέσεις σε μια κοινωνία που προσαρμοζόταν σταδιακά στους θεσμούς του ελληνικού κράτους.

Ωστόσο από τον κατάλογο βλέπουμε να απουσιάζει το όνομα του Κωνσταντίνου Ι. Βάλλα που ήταν ο συμβολαιογράφος ενώπιον του οποίου εκτυλίσσονταν όλοι οι πλειστηριασμοί που αφορούσαν τα τσιφλίκια των χωριών μετά το 1881.

Σημαντικός ήταν και ο ρόλος των φαρμακοποιών Ιωάννη Μητσογιάννη, Θεοδώρου Μόσχου και Παντελή Οικονόμου. Την εποχή εκείνη ο φαρμακοποιός δεν διέθετε απλώς έτοιμα φάρμακα. Συχνά παρασκεύαζε ο ίδιος τα σκευάσματα που χορηγούσε στους ασθενείς, αποτελώντας πολύτιμο σύμβουλο για ζητήματα υγείας.

Στην πόλη δραστηριοποιούνταν ακόμη οι ζαχαροπλάστες Ρίζου και Χατζόπουλος, οι οποίοι παρασκεύαζαν γλυκά με βάση το νεράντζι, τα καρύδια και άλλα τοπικά προϊόντα. Οι γεύσεις εκείνης της εποχής απείχαν πολύ από τη σημερινή ζαχαροπλαστική, αποτελούσαν όμως αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ζωής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι υποδηματοποιοί. Ο Λουκάς Δέτσικας, οι Νικόλαος και Βασίλειος Ζέρβας, οι αδελφοί Μάγκου, ο Κ. Τσιλιγιάννης και ο Χ. Τσιμπίδας κατασκεύαζαν χειροποίητα υποδήματα και τσαρούχια. Σε μια εποχή πριν από τη μαζική παραγωγή υποδημάτων, ο τεχνίτης υποδηματοποιός κατείχε ξεχωριστή θέση στην τοπική οικονομία.

Ο μοναδικός ωρολογοποιός της πόλης ήταν ο Ηλίας Τσιάκαλος. Τα ρολόγια αποτελούσαν τότε πολύτιμα αντικείμενα και η επισκευή τους απαιτούσε ιδιαίτερη δεξιοτεχνία.
Ωστόσο, εξίσου ενδιαφέροντα είναι όσα δεν αναφέρει ο επαγγελματικός οδηγός.

Δεν καταγράφονται ξενοδοχεία, φωτογραφεία, τράπεζες, ηλεκτρικά είδη ή άλλες δραστηριότητες που θα εμφανιστούν αργότερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πόλη δεν διέθετε υποδομές φιλοξενίας. Γνωρίζουμε από άλλες πηγές ότι στην Άρτα λειτουργούσαν αρκετά χάνια, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ταμπακιάδας, στην πλατεία Κιλκίς, στο Μονοπλιό και σε άλλα κομβικά σημεία της αγοράς.

Τα χάνια αυτά φιλοξενούσαν εμπόρους, αγωγιάτες και ταξιδιώτες που κατέφθαναν καθημερινά στην πόλη. Αποτελούσαν χώρους διαμονής, εστίασης, αποθήκευσης προϊόντων και εμπορικών συναλλαγών. Ουσιαστικά ήταν οι πρόδρομοι των μεταγενέστερων ξενοδοχείων και αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής ζωής της Άρτας.

Ο επαγγελματικός οδηγός του 1891 μάς παρουσιάζει μια πόλη μικρή σε μέγεθος αλλά ιδιαίτερα δραστήρια. Μια πόλη εμπόρων, τεχνιτών, αγωγιατών και χανιών. Μια πόλη που λειτουργούσε ως εμπορικός κόμβος ανάμεσα στην ηπειρωτική ύπαιθρο και τις αγορές της υπόλοιπης Ελλάδας.

Κι όμως, μέσα στις λιγοστές αυτές καταγραφές διακρίνεται ήδη ο σπόρος της μελλοντικής ανάπτυξης. Πολλά από τα επώνυμα που συναντούμε στον κατάλογο θα εξακολουθήσουν να πρωταγωνιστούν στην οικονομική ζωή της πόλης και στις επόμενες δεκαετίες. Ορισμένα μάλιστα επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας, υπενθυμίζοντας τη συνέχεια των αρτινών οικογενειών μέσα στον χρόνο.

Ο επαγγελματικός οδηγός του 1891 δεν αποτελεί απλώς μια λίστα ονομάτων. Είναι ένα παράθυρο στην Άρτα των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση. Μια πόλη μικρή αλλά δραστήρια, που στηριζόταν στο εμπόριο, στους τεχνίτες της και στην εργατικότητα των κατοίκων της. Στα επόμενα χρόνια η εικόνα αυτή θα αλλάξει θεαματικά.

Νέα επαγγέλματα θα εμφανιστούν, οι υπηρεσίες θα πολλαπλασιαστούν και η Άρτα θα μεταμορφωθεί σταδιακά σε μια σύγχρονη επαρχιακή πόλη του Μεσοπολέμου. Αυτήν ακριβώς τη μετάβαση θα παρακολουθήσουμε στο επόμενο μέρος της έρευνάς μας.

Στο επόμενο μέρος θα δούμε πώς μεταβλήθηκε αυτή η εικόνα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και πώς η Άρτα άρχισε να αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης επαρχιακής πόλης.

 Η οδός Σκουφά, η εμπορική καρδιά της Άρτας. Στα καταστήματά της συγκεντρωνόταν το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας της πόλης, αποτελώντας τον βασικό άξονα της αρτινής αγοράς κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. (Πηγή: Αρχείο Μ/Φ Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ».)