Έλληνες είναι

Της Παναγιώτας Π. Λάμπρη
πεζογράφου – ποιήτριας

Στα θρανία του δημοτικού, οι δάσκαλοί μας μας δίδασκαν, πέραν άλλων, για την Κύπρο και μας την έδειχναν στους χάρτες που κρέμονταν στους τοίχους του σχολείου. Μας μιλούσαν και για τη σκλαβωμένη, όπως μας έλεγαν, Βόρειο Ήπειρο. Το ξέρω πως κάποιοι θα με διορθώσουν, αποκαλώντας την Νότια Αλβανία. Δεν θα αντιπαρατεθώ εδώ μιλώντας για τα σημερινά σύνορα, τα οποία δεν αμφισβητώ, οπότε ας μείνουν ήσυχοι, διότι άλλοι είναι οι λόγοι που γράφω αυτό το κείμενο.

Συνεχίζοντας, λοιπόν, σημειώνω πως αυτές τις δύο περιοχές, όπου ακμάζων ελληνισμός ζει για αιώνες, τις τιμούσαμε στις εθνικές γιορτές με θεατρικές παραστάσεις και άσματα, τα οποία τραγουδούσαμε καθώς οδεύαμε από το σχολείο προς τον ναό για εκκλησιασμό και τις συνακόλουθες εορταστικές εκδηλώσεις στην πλατεία του χωριού.

Υποθέτω μάλιστα πως οι συνομήλικοί μου θυμούνται το τραγούδι, «Έχω μια αδερφή, / κουκλίτσα αληθινή, / τη λένε Βόρειο Ήπειρο, / την αγαπώ πολύ!»

Η προσγείωση σχετικά μ’ αυτά ήρθε απότομα στα φοιτητικά μου χρόνια, λίγο πριν την εκπνοή της δεκαετίας του 1970, αλλά και στη συνέχεια, όταν κάθε αναφορά σ’ αυτές τις περιοχές δεν σε κατέτασσε απλά στους εθνικιστές, αλλά στους φασίστες! Πόσο είχαν αλλάξει στ’ αλήθεια τα πράγματα!

Και πόσο συνεχίζουν ν’ αλλάζουν, αν σκεφτούμε τον οικτρό βανδαλισμό του αγάλματος, «Βόρειος Ήπειρος», το 2016, το οποίο δώρισε στον Δήμο Αθηναίων ο γλύπτης, Κώστας Σεφερλής, όπως βεβαιώνεται και από την επιγραφή «ΕΠΟΙΗΣΕ ΚΑΙ ΕΧΑΡΙΣΕ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΑΘΗΝΑΙΩΝ / ΚΩΣΤΑΣ ΣΕΦΕΡΛΗΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ / 1951», στην πίσω πλευρά του αγάλματος, το οποίο τοποθετήθηκε στην οδό Τοσίτσα, μεταξύ Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και Πολυτεχνείου, ενώ ενέπνευσε στην Κική Δημουλά το εξαιρετικό ποίημά της, «Σημείο αναγνωρίσεως»! Φυσικά, το άγαλμα αποκαταστάθηκε, αλλά πλέον δεν γνωρίζω ποια είναι η κατάστασή του.

Το άγαλμα αυτό, λοιπόν, δεν απεικόνιζε απλά μια γυναικεία μορφή, αλλά επρόκειτο για πολιτική αλληγορία, καθώς η αλυσοδεμένη γυναίκα συμβόλιζε τη Βόρειο Ήπειρο, δηλαδή τον ελληνισμό της περιοχής που, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρέμενε εκτός ελληνικών συνόρων. Τα δεμένα χέρια και το ανασηκωμένο κεφάλι απέδιδαν ταυτόχρονα την αιχμαλωσία και την αξιοπρέπεια.

Όλα τα ανωτέρω επανέρχονται στη σκέψη μου με πολλές αφορμές και ιδιαίτερα κάθε φορά που επισκέπτομαι τη γείτονα χώρα, για να συναντήσω φίλους στην περιοχή της Δρόπολης, κάτι που γίνεται αφορμή να γνωρίσω βαθύτερα στοιχεία της ζωής τους, αλλά και να επισκεφτώ άλλους τόπους ευρύτερα, οι οποίοι έχουν ιστορικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό ενδιαφέρον.

Η επαφή μου με ομογενείς που οι πρόγονοί τους αρχαιόθεν κατοικούσαν εκεί, όπως τα αρχαιολογικά και ιστορικά τεκμήρια μαρτυρούν, γεμίζει την ψυχή μου άλλοτε με ιδιότυπο δέος, άλλοτε με θαυμασμό, άλλοτε με ψυχική αγαλλίαση κι άλλοτε με χαρμολύπη.

Και τούτο, διότι κάθε επιστροφή μου εκεί με κάνει να νιώθω τις πολιτισμικές φλέβες, οι οποίες συνδέουν τους Ηπειρώτες, ένθεν και ένθεν, που μια συνοριακή γραμμή τούς χώρισε κάποτε.

Και φυσικά με στενοχωρεί ιδιαίτερα ο τρόπος, με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι ισχυροί τη γεωγραφία και τη χάραξη των συνόρων, τα οποία συχνά ορίζουν – υπάρχουν πολλά παραδείγματα που το πιστοποιούν – ερήμην των λαών.

Όταν βρίσκομαι εκεί, νιώθω πως τα σύνορα είναι μια αόρατη κλωστή, σχεδόν αγνοώ την ύπαρξή τους κι απολαμβάνω την επικοινωνία με τους φιλόξενους ομογενείς, οι οποίοι με κάνουν να νιώθω σαν στο σπίτι μου, αφού με καλωσορίζουν πάντα με ανοιχτή αγκαλιά, με φροντίζουν φιλόξενα και ιστορίες του τόπου μού αφηγούνται στο υπέροχο, ξεχωριστό και αγαπημένο μου Ηπειρωτικό ιδίωμα.

Και όπως πάντα συμβαίνει στις συζητήσεις, το ένα θέμα φέρνει το άλλο και νιώθεις πως αυτούς τους ανθρώπους τους γνώριζες ανέκαθεν για πολλούς λόγους, αλλά κι επειδή, ζώντας σε κείνα τα μέρη, νιώθουν απέραντη ευγνωμοσύνη για την Ελλάδα, η οποία ενισχύει τις πενιχρές συντάξεις τους, τους έχει χορηγήσει ΑΜΚΑ με ό,τι αυτό σημαίνει, αλλά και διότι σπουδάζει τα παιδιά τους δωρεάν.

«Έχει κάνει πολλά η Ελλάδα για μας, αλλά και μόνο τα παιδιά μου που σπούδασε, θα την ευγνωμονώ για πάντα από τα βάθη της ψυχής μου, διότι αλλιώς θα ήταν αδύνατο να συμβεί», μου είπε συγκινημένη αγαπητή φίλη εκεί, και αναθυμούμενη την καθημερινή μεμψιμοιρία στα καθ’ ημάς, που πολλά περισσότερα απολαμβάνουμε από την ανάδελφη πατρίδα, σκέφτομαι πως ίσως δεν μας αξίζουν.

Στις συζητήσεις, πέραν άλλων, άκουσα και το πόσο πλήγωνε όσους ήρθαν στην Ελλάδα, μόλις άνοιξαν τα σύνορα – όλοι υποθέτω θυμούνται πότε -, το ότι κάποιοι Έλληνες απορούσαν που οι άνθρωποι αυτοί μιλούσαν ελληνικά! Ναι, απορούσαν πώς γίνεται, Αλβανοί όντες, να γνωρίζουν ελληνικά, αγνοώντας ή σκόπιμα παραβλέποντας πως εκεί, στη Ν. Αλβανία, που εκείνοι Β. Ήπειρο την αποκαλούν, κατοικούν ομογενείς μας, δηλαδή πολίτες της γειτονικής χώρας, οι οποίοι όμως είναι πάππου προσπάππου Έλληνες και κάποιοι αποφάσισαν να βάλουν τη γραμμή των συνόρων χωρίς να σκεφτούν ανθρωπιστικά!

Και είναι θλιβερό που αρκετοί συμπατριώτες μας αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν ακόμα ιδιαίτερα ρατσιστικά ανθρώπους σαν κι αυτούς, οι οποίοι έζησαν τα πάνδεινα κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Εμβέρ Χότζα και κρατούν για αιώνες την ελληνικότητά τους, η οποία αναδεικνύεται κάθε στιγμή από τη γλώσσα που μιλούν, από τη θρησκεία, από το πλήθος των εθίμων και άλλων εκφάνσεων του βίου τους.

Ορίζεται δηλαδή η ελληνικότητά τους, όπως και ο Ηρόδοτος (Ἱστορίαι, 8.144.2) την όρισε αιώνες πριν, γράφοντας, «… τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα, …», δηλαδή, […] το ελληνικό έθνος, είναι του ίδιου αίματος (ὅμαιμον) και της ίδιας γλώσσας (ὁμόγλωσσον), έχει κοινά ιερά των θεών και κοινές θυσίες, καθώς και όμοια ήθη και έθιμα (ἤθεα ὁμότροπα) […]. Όλα αυτά, αδερφέ, γιατί Έλληνες είναι! Ας μην το λησμονούμε!