
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρίζος
Δικηγόρος
Μια αφίσα που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον εμπορικό σύλλογο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καλεί τους Αρτινούς να «σταματήσουν να δυσφημίζουν την Άρτα». Αφορμή, οι γνωστές πλέον αναρτήσεις με άδειους δρόμους και πεζοδρόμους, συνήθως συνοδευόμενες από κάποια παραλλαγή του «η Άρτα πέθανε», «δεν κυκλοφορεί άνθρωπος» ή «δείτε πώς κατάντησε η πόλη».
Και για να είμαστε δίκαιοι, η αφίσα θίγει ένα υπαρκτό ζήτημα. Γιατί αυτή η ιδιότυπη μόδα της μόνιμης διαδικτυακής γκρίνιας έχει αρχίσει να ξεπερνά τα όρια της κριτικής.
Αν κλείσει ένα κατάστημα, διαλύθηκε η αγορά. Αν ανοίξει καινούργιο, όλο και κάποιος θα βρεθεί να μας ενημερώσει ότι «δεν θα βγάλει χρόνο».
Αν βρέξει, κάτι δεν κάναμε καλά. Αν έχει καύσωνα και δεν κυκλοφορεί άνθρωπος στις τρεις το μεσημέρι, πέθανε η Άρτα. Αν έχει κόσμο το βράδυ, πιθανότατα πρόκειται για κάποια προσωρινή ανωμαλία που σύντομα θα αποκατασταθεί.
Κάπως έτσι δημιουργείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η εικόνα μιας πόλης στην οποία δεν συμβαίνει τίποτε καλό και, ακόμη κι αν συμβεί, καλό είναι να μην ενθουσιαζόμαστε ιδιαίτερα. Αργά ή γρήγορα, άλλωστε, θα επανέλθει η κανονικότητα της μιζέριας.
Το παράδοξο είναι ότι όλοι θέλουμε περισσότερους επισκέπτες, μεγαλύτερη κίνηση στην αγορά, νέες επιχειρήσεις, επενδύσεις και ανθρώπους που θα επιλέξουν να μείνουν εδώ.
Ταυτόχρονα, όμως, έχουμε αναλάβει μόνοι μας –και μάλιστα αφιλοκερδώς– να ενημερώνουμε καθημερινά το διαδίκτυο ότι η πόλη είναι νεκρή, η αγορά τελείωσε και γενικώς όποιος σκέφτεται να έρθει ή να επιστρέψει στην Άρτα, μάλλον πρέπει να το ξανασκεφτεί.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, η αφίσα θίγει ένα πραγματικό ζήτημα. Ίσως όμως και η ίδια, στην προσπάθειά της να απαντήσει στην υπερβολή, καταλήγει να κοιτάζει την άλλη όψη του ίδιου συμπτώματος.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Σκουφά είναι άδεια στις τρεις το μεσημέρι και γεμάτη στις εννιά το βράδυ. Και προφανώς δεν χρειάζεται να θεσπίσουμε ωράριο φωτογράφισης της Σκουφά, ώστε ο καθένας να μπορεί να αποδείξει, ανάλογα με την ώρα που θα επιλέξει, είτε ότι η Άρτα πέθανε είτε ότι σφύζει από ζωή.
Ούτε βέβαια η λύση στη μιζέρια είναι να στρέψουμε αλλού το βλέμμα, δείχνοντας μόνο ό,τι μας συμφέρει. Να περιμένουμε ένα Σάββατο βράδυ που η πόλη είναι γεμάτη, να τραβήξουμε την κατάλληλη φωτογραφία και να ανακοινώσουμε περιχαρείς ότι λύθηκε το δημογραφικό.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί η πόλη αδειάζει, γιατί χάνει νέους ανθρώπους, γιατί δυσκολεύεται η αγορά της και γιατί δεν αξιοποιεί όσο θα μπορούσε τις δυνατότητές της. Εκεί πρέπει να βρίσκεται η συζήτηση. Γιατί προβλήματα η Άρτα έχει. Και αρκετά σοβαρά.
Οι νέοι φεύγουν, ο πληθυσμός γερνάει και μειώνεται (με βάση την απογραφή ο μόνιμος πληθυσμός του νομού μειώθηκε κατά περίπου 10.000 κατοίκους από το 2001 ως το 2021), η τοπική αγορά πιέζεται, επιχειρήσεις κλείνουν, οι θέσεις εργασίας που μπορούν να κρατήσουν έναν νέο άνθρωπο στον τόπο μας δεν περισσεύουν και ο τουρισμός παραμένει πολύ χαμηλότερα από τις δυνατότητες της πόλης μας.
Αυτά πρέπει να τα λέμε. Και να τα λέμε δυνατά. Να συζητάμε ποιες πολιτικές –και ποιες πολυετείς απουσίες πολιτικής– μας έφεραν ως εδώ. Και κυρίως να μην καταφεύγουμε στο βολικό «φταίμε όλοι», γιατί όταν φταίνε όλοι, ως γνωστόν, στο τέλος δεν φταίει κανείς.
Δε φταίμε όλοι για το κλείσιμο του στρατοπέδου, για την έλλειψη μακροπρόθεσμου τουριστικού σχεδιασμού ή για το ότι δεν προχώρησε το έργο της οριοθέτησης της κοίτης του Αράχθου.
Υπάρχουν άνθρωποι που επί χρόνια είχαν και έχουν την τύχη του τόπου στα χέρια τους, άσκησαν εξουσία, πήραν αποφάσεις ή απέφυγαν να τις πάρουν. Από αυτούς πρέπει να ζητάμε σχέδιο, απαντήσεις και αποτελέσματα.
Ο άδειος πεζόδρομος, λοιπόν, είναι το σύμπτωμα και όχι η πηγή του προβλήματος. Αν αδειάζει επειδή οι νέοι φεύγουν, το πρόβλημα είναι ότι φεύγουν οι νέοι. Αν αδειάζει επειδή η Άρτα δεν προσελκύει όσους επισκέπτες θα μπορούσε, κάτι δεν κάνουμε σωστά στον τουρισμό.
Και σίγουρα η εκατοστή φωτογραφία της άδειας Σκουφά δεν προσθέτει ιδιαίτερα πολλά στην επιστημονική μας γνώση επί του θέματος. Σε κάποιον, όμως, που δεν γνωρίζει την Άρτα μεταφέρει ένα πολύ απλούστερο μήνυμα: «εδώ δεν υπάρχει τίποτα». Και κάπου εκεί αρχίζουμε να πυροβολούμε τα πόδια μας.
Γιατί υπάρχει και μια άλλη Άρτα. Υπάρχουν επαγγελματίες που παλεύουν καθημερινά, επιχειρήσεις που επενδύουν, άνθρωποι που δημιουργούν, πολιτιστικοί και αθλητικοί φορείς που κινητοποιούν κόσμο, εκδηλώσεις που γεμίζουν και ένας τόπος με μνημεία και φυσικές ομορφιές που αξίζει να γνωρίσουν πολύ περισσότεροι.
Κι αυτή πραγματικότητα είναι. Την είδαμε μέσα στο καλοκαίρι, με όλες ανεξαιρέτως τις εκδηλώσεις των πολιτιστικών συλλόγων να δίνουν ζωή στην πόλη. Δεν παραποιούμε την πραγματικότητα όταν προβάλλουμε αυτές τις πτυχές της καθημερινότητας, όπως δεν τη διαστρεβλώνουμε όταν μιλάμε για όσα δεν πάνε καλά.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν επιλέγουμε μόνο τη μία από τις δύο εικόνες. Είναι άλλο το να μη βάζουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί και άλλο να σηκώνουμε το χαλί, να τα φωτογραφίζουμε και να τα παρουσιάζουμε ως τη μοναδική ταυτότητα της πόλης.
Από τη μία, θα ήταν μάλλον βολικό να φωτογραφίζουμε μόνο γεμάτες πλατείες, ανθισμένες νεραντζιές και το Γεφύρι την ώρα που πέφτει ο ήλιος και να θεωρούμε ότι κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η αναπτυξιακή μας πολιτική.
Από την άλλη, δύσκολα θα σωθεί η κατάσταση αντιμετωπίζοντας κάθε άδειο τραπέζι καφετέριας ως αδιάσειστο τεκμήριο της οριστικής κατάρρευσης του Νομού. Ευτυχώς, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Άρτα δεν χρειάζεται να κρύψει τις αδυναμίες της. Χρειάζεται να τις εντοπίσει, να συζητήσει τις αιτίες τους και να απαιτήσει λύσεις. Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να μάθει να προβάλλει και όσα διαθέτει. Γιατί η κριτική είναι χρήσιμη όταν έχει στόχο να διορθώσει κάτι.
Η μόνιμη απαξίωση, αντίθετα, καταλήγει εύκολα στη μιζέρια και προσφέρει κυρίως την ικανοποίηση ότι για ακόμη μία φορά “τα είπαμε”. Και, ως γνωστόν, μετά από αρκετές αναρτήσεις στο Facebook το πρόβλημα συνήθως παραμένει ακριβώς εκεί που το αφήσαμε.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε για την «άδεια Άρτα», ας μιλήσουμε πρώτα για όλα εκείνα που την αδειάζουν. Και παράλληλα ας δείχνουμε προς τα έξω γιατί αξίζει κάποιος να επισκεφθεί, να ζήσει, να εργαστεί ή να επενδύσει σε αυτόν τον τόπο. Γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να πετύχουμε κάτι πραγματικά εντυπωσιακό: να διαφωνούμε καθημερινά για το ποιος φταίει που αδειάζει η Άρτα, βοηθώντας όλοι μαζί να αδειάσει λίγο περισσότερο.