
Γράφει η Αναστασία Καρρά-Μαστραπά
Μια άγνωστη μαρτυρία του Jules Blancard για τους χορούς, τους μουσικούς και τα κλέφτικα τραγούδια
Για τα πανηγύρια της Άρτας στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας γνωρίζουμε πολύ λιγότερα απ’ όσα θα θέλαμε. Οι γιορτές αυτές ασφαλώς υπήρχαν και αποτελούσαν μέρος της ζωής των τοπικών κοινωνιών, όμως οι γραπτές μαρτυρίες που μας επιτρέπουν να δούμε πώς πραγματικά γίνονταν — ποιοι συμμετείχαν, ποιοι έπαιζαν μουσική, πώς χόρευαν, τι τραγουδούσαν, ακόμη και πώς υποδέχονταν έναν ξένο — είναι εξαιρετικά σπάνιες.
Γι’ αυτό έχει ξεχωριστή αξία μια αφήγηση του 1844 που εντόπισα στο κείμενο ενός Γάλλου περιηγητή. Ο Jules Blancard δεν αναφέρει απλώς ότι συνάντησε ένα πανηγύρι έξω από την Άρτα. Βρέθηκε μέσα στη γιορτή και κατέγραψε όσα είδε και άκουσε. Από όσο έχει δείξει μέχρι σήμερα η έρευνά μου, δεν έχω εντοπίσει άλλη τόσο πρώιμη και λεπτομερή μαρτυρία για πανηγύρι στην περιοχή της Άρτας κατά την οθωμανική περίοδο.
Ο Blancard, που έζησε για ένα διάστημα στα Γιάννενα και δίδαξε στη Ζωσιμαία Σχολή, πραγματοποίησε το 1844 μια μεγάλη περιήγηση στην Ήπειρο. Πέρασε από το Ζαγόρι και το Σούλι, έφθασε στην Άρτα και συνέχισε προς την Πρέβεζα και τη Βόνιτσα. Την περιήγησή του δημοσίευσε λίγα χρόνια αργότερα, το 1847, στη γαλλική Revue de l’Orient.
Στην επιστροφή περνά και πάλι από την Άρτα. Χαιρετά τον γιατρό Κροκίδα, που είχε γνωρίσει κατά την πρώτη παραμονή του στην πόλη, και συνεχίζει βιαστικά προς ένα γειτονικό χωριό.
Και εκεί βρίσκεται ξαφνικά μέσα σε ένα πανηγύρι.
«C’était la Panégyris, la fête locale du lieu», γράφει: «Ήταν η Πανήγυρις, η τοπική γιορτή του τόπου». Και προσθέτει ότι είναι γνωστό πόσος κόσμος συγκεντρώνεται σε τέτοιες γιορτές, «ιδίως αν πρόκειται για κάποια Παναγία προς την οποία υπάρχει μεγάλη ευλάβεια».
Δεν μας λέει το όνομα του χωριού. Η διαδρομή του όμως επιτρέπει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση.
Ο παλιός δρόμος από την Άρτα προς τα Γιάννενα, αφού περνούσε το γεφύρι του Αράχθου, ακολουθούσε τη δεξιά όχθη και έφθανε πρώτα στο Μαράτι. Εκεί, λίγο πριν από το Ιμαρέτ του Φαΐκ πασά για όποιον ερχόταν από την Άρτα, βρισκόταν η Παναγία Ελεούσα, ναός κτισμένος το 1740, που πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου, στα Εννιάμερα της Παναγίας. Μια ακόμη αξιοπρόσεκτη σύμπτωση είναι ότι στο καμπαναριό του ναού σώζεται η χρονολογία 1844.
Δεν διαθέτουμε, βέβαια, το στοιχείο που θα μας επέτρεπε να ταυτίσουμε με βεβαιότητα το πανηγύρι του Blancard με εκείνο της Παναγίας Ελεούσας. Η θέση του ναού επάνω στη διαδρομή που ακολουθεί, η αναφορά του σε πανηγύρι Παναγίας και η εορτή της Ελεούσας στις 23 Αυγούστου αποτελούν, ωστόσο, μια ενδιαφέρουσα σύγκλιση ενδείξεων.
Έτσι, το Μαράτι και η Παναγία Ελεούσα παραμένουν μια πολύ ισχυρή πιθανότητα για το «γειτονικό χωριό» και το πανηγύρι που συνάντησε αμέσως μετά την Άρτα.
Ο κοτζάμπασης, οι ψάλτες και οι μουσικοί
Το χωριό ήταν γεμάτο κόσμο. Η εμφάνιση δύο ξένων μέσα στο πανηγύρι προκάλεσε αμέσως περιέργεια. Ένας παλικαράς τούς παρουσίασε ως συγγενείς των Ευρωπαίων προξένων: ο ένας, είπε, ήταν ανιψιός του Saunders, του Άγγλου προξένου της Πρέβεζας, και ο άλλος συγγενής του Γάλλου προξένου.
Οι ιδιότητες ήταν επινοημένες. Αρκούσαν όμως για να συμβεί κάτι που ο Blancard περιγράφει με εξαιρετική ζωντάνια.
Έρχεται να τους υποδεχθεί σχεδόν ολόκληρο το χωριό, με «le codja-bachi en tête» — «τον κοτζάμπαση επικεφαλής». Μαζί του έρχονται και οι μουσικοί.
Εδώ ο Blancard αφήνει μια μικρή αλλά πολύτιμη λεπτομέρεια. Τους χαρακτηρίζει musiciens και μέσα σε παρένθεση γράφει: «ψάλται, bohémiens». Την πρώτη λέξη τη γράφει ο ίδιος ελληνικά.
Λίγο αργότερα, όταν αρχίζει ο χορός, οι bohémiens επανεμφανίζονται με μια άλλη ονομασία της εποχής: Égyptiens. Οι δύο γαλλικοί όροι χρησιμοποιούνταν τότε για τους Ρομά. Και αυτή τη φορά ο ρόλος τους είναι σαφής: αυτοί παρέχουν τη μουσική που συνοδεύει τον χορό.
Μέσα λοιπόν σε λίγες λέξεις εμφανίζονται στον ίδιο χώρο οι ψάλτες και οι Ρομά μουσικοί. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς έκαναν οι ψάλτες κατά την υποδοχή ούτε ποια όργανα έπαιζαν οι δεύτεροι — και δεν πρέπει να συμπληρώσουμε όσα ο Blancard δεν μας λέει.
Οι γραπτές πληροφορίες που διαθέτουμε για τους παλιούς οργανοπαίχτες της Άρτας είναι ελάχιστες. Στις αρχές του 20ού αιώνα συναντούμε πλέον αναφορά στους «οργανοπαίχτες της Άρτας» που κατοικούσαν στα κελιά της Παρηγορήτισσας. Ο Blancard μάς μεταφέρει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα και μας αφήνει μια συγκεκριμένη σκηνή: Ρομά μουσικοί παίζουν για τον χορό σε ένα θρησκευτικό πανηγύρι κοντά στην πόλη.
Ο χορός και ο πρωτοχορευτής
Ίσως όμως το ωραιότερο μέρος της αφήγησης είναι ο χορός. Ο Blancard δεν αρκείται στο συνηθισμένο «οι χωρικοί χόρευαν». Κοιτάζει πώς χορεύουν.
Οι νέοι σχηματίζουν σειρά και πιάνονται από τα χέρια ή συνδέονται μεταξύ τους με μαντίλια. Και τότε η προσοχή του στρέφεται σ’ εκείνον που οδηγεί τον χορό.
Ο πρωτοχορευτής αποχωρίζεται κινητικά από τους άλλους και αρχίζει να εκτελεί τις δικές του κινήσεις μπροστά στη σειρά. Ολόκληρη η αλυσίδα κινείται πίσω του και τον ακολουθεί.
Για όποιον γνωρίζει τους παλιούς κλέφτικους χορούς, η εικόνα είναι εντυπωσιακά οικεία: η σειρά παραμένει ενωμένη, ενώ ο πρώτος χορευτής διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία και εκτελεί τις ιδιαίτερες φιγούρες του.
Ο Blancard δεν δίνει συγκεκριμένη ονομασία στον χορό και δεν θα ήταν σωστό να την προσθέσουμε εμείς. Γράφει ότι ζήτησε να δει έναν «αλβανικό χορό».
Και εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση για τον σημερινό αναγνώστη. Η «Αλβανία» των δυτικοευρωπαϊκών γεωγραφικών κειμένων των αρχών του 19ου αιώνα δεν ταυτίζεται με τα σύνορα του σημερινού αλβανικού κράτους.
Ο όρος χρησιμοποιούνταν και για ευρύτερες περιοχές της Ηπείρου. Ο Blancard, άλλωστε, βρίσκεται εκείνη τη στιγμή έξω από την Άρτα. Περισσότερο από την ονομασία, επομένως, ενδιαφέρει η περιγραφή.
Και ο ίδιος μάς οδηγεί ακόμη πιο κοντά στον κλέφτικο κόσμο. Θεωρεί αυτούς τους χορούς μιμητικούς και γράφει ότι αναπαριστούν σκηνές της ιδιωτικής ζωής ή της «vie khleptique» — της κλέφτικης ζωής, την οποία αμέσως επεξηγεί ως πολεμική ζωή.
Η σύνδεση με τον κλέφτικο κόσμο δεν είναι λοιπόν μόνο μια σημερινή δική μας σκέψη. Την κάνει ο ίδιος ο άνθρωπος που παρακολουθεί τον χορό.
Οι γυναίκες χορεύουν — τα κορίτσια κρύβονται
Μια ακόμη φράση του Blancard ανοίγει ένα μικρό παράθυρο στην κοινωνία της εποχής:
«Οι γυναίκες εξακολουθούν βέβαια να χορεύουν, ενώ τα νεαρά κορίτσια μένουν κρυμμένα· εδώ όμως δεν υπήρχαν γυναίκες».
Η παρατήρηση δεν αφορά αποκλειστικά το συγκεκριμένο πανηγύρι. Αντίθετα, επειδή εδώ δεν υπήρχαν γυναίκες στην ομάδα που τον υποδέχθηκε, ο Blancard φαίνεται να μεταφέρει κάτι που είχε παρατηρήσει γενικότερα στα ταξίδια του: οι γυναίκες μπορούσαν να συμμετέχουν στον δημόσιο χορό, ενώ τα νεαρά κορίτσια παρέμεναν περισσότερο προστατευμένα από τα βλέμματα.
Μια μικρή λεπτομέρεια, που μας θυμίζει ότι ακόμη και μέσα στον ανοιχτό και δημόσιο χώρο ενός πανηγυριού δεν συμμετείχαν όλοι με τον ίδιο τρόπο.
Τσιμπούκι, καφές, γλυκό — και πλύσιμο των ποδιών
Μετά τον χορό οι ξένοι γίνονται φιλοξενούμενοι του χωριού.
Τους προσφέρουν τσιμπούκι, καφέ και γλυκό. Έπειτα προτείνουν ακόμη και να τους πλύνουν τα πόδια. Ο Blancard αρνείται, προσέχει όμως πολύ τον τρόπο της άρνησής του, ώστε να μην προσβάλει τους οικοδεσπότες.
Και αυτή η μικρή σκηνή είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο παρατηρεί τον τόπο που επισκέπτεται. Δεν προσέχει μόνο δρόμους, μνημεία και τοπία.
Προσέχει τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους: πώς προσφέρεται η φιλοξενία, τι αναμένει ο οικοδεσπότης και πώς πρέπει να κινηθεί ο ξένος μέσα σε έναν κώδικα που δεν είναι δικός του.
Γι’ αυτό και οι περιγραφές του μας φέρνουν τόσο κοντά στην καθημερινή ζωή της εποχής.
Και τότε ακούγονται τα κλέφτικα
Καθώς περνά η ώρα, η γιορτή γίνεται όλο και πιο ζωηρή.
Οι χωρικοί, πιστεύοντας ότι οι δύο ξένοι είναι συγγενείς των προξένων, αρχίζουν τις προπόσεις. Πίνουν στην υγεία των προξένων, στη Φραγκιά, στην ελληνική ελευθερία και φθάνουν ακόμη και σε ευχές εναντίον των Τούρκων.
Και όλα αυτά συμβαίνουν στην οθωμανική ακόμη περιοχή της Άρτας.
Δεν χρειάζεται βέβαια να μετατρέψουμε τις φωνές μιας νύχτας πανηγυριού σε οργανωμένη πολιτική διακήρυξη. Υπάρχει κρασί, ενθουσιασμός και δύο ξένοι που οι χωρικοί θεωρούν συνδεδεμένους με ευρωπαϊκά προξενεία.
Η μαρτυρία όμως παραμένει εντυπωσιακή: μέσα στη γιορτή εκφράζονται αισθήματα που στην καθημερινότητα δύσκολα θα διατυπώνονταν τόσο ανοιχτά.
Και τότε αρχίζουν τα κλέφτικα τραγούδια. Ο Blancard γράφει:
«Les chansons des Khleptes […] se poursuivent bien avant dans la nuit…»
«Τα τραγούδια των Κλεφτών […] συνεχίζονται ως βαθιά μέσα στη νύχτα…»
Προσθέτει μάλιστα ότι τα κλέφτικα τραγούδια τα τραγουδούσαν ακόμη και οι «Τούρκοι» στην Αλβανία, «χωρίς να γνωρίζουν πολύ καλά τι τραγουδούν».
Η παρατήρηση είναι γενική και δεν αφορά ειδικά τους μουσουλμάνους της Άρτας. Είναι όμως μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για το πώς τέτοια τραγούδια μπορούσαν να κυκλοφορούν πέρα από τα όρια μιας μόνο κοινότητας.
Τι μας άφησε τελικά ο Blancard;
Οι θρησκευτικές γιορτές στην οθωμανική Ήπειρο ασφαλώς δεν αρχίζουν με τον Blancard.
Από την Ήπειρο υπάρχουν παλαιότερες ανάλογες εικόνες. Ο Leake είχε δει κοντά στα Γιάννενα τεράστιο πλήθος σε γιορτή του Αγίου Ιωάννη: ανθρώπους με τα καλά τους, ψητά αρνιά, κρασί, τραγούδι και κυκλικούς χορούς.
Σε άλλη πανήγυρη παρατήρησε ότι ορισμένοι δανείζονταν ή νοίκιαζαν ακόμη και τα λαμπρά ενδύματα που φορούσαν ειδικά για τη γιορτή.
Για την περιοχή της Άρτας όμως η μαρτυρία του Blancard είναι, από όσο έχει δείξει μέχρι σήμερα η έρευνά μου, η παλαιότερη τόσο λεπτομερής περιγραφή ενός θρησκευτικού πανηγυριού που έχω εντοπίσει.
Και αυτό έχει τη σημασία του. Γιατί άλλο είναι να γνωρίζουμε ότι γινόταν μια γιορτή και άλλο να έχουμε κάποιον παρόντα που να μας περιγράφει πώς γινόταν. Ο Blancard δεν μας άφησε απλώς την πληροφορία ότι κάπου έξω από την Άρτα γινόταν ένα πανηγύρι. Μας άφησε ανθρώπους μέσα σ’ αυτό.
Τον κοτζάμπαση που έρχεται επικεφαλής του χωριού. Τους ψάλτες και τους μουσικούς. Τους νέους πιασμένους από τα χέρια και τα μαντίλια. Τον πρώτο του χορού που ξεχωρίζει από τη σειρά. Το τσιμπούκι, τον καφέ και το γλυκό. Τις προπόσεις. Και, όσο προχωρά η νύχτα, τα κλέφτικα τραγούδια. Όλα αυτά δεν βρίσκονται σε μια μεταγενέστερη ανάμνηση για «τα παλιά πανηγύρια». Τα καταγράφει ένας άνθρωπος που βρέθηκε εκεί.
Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη μικρή αφήγηση του Blancard τόσο γοητευτική. Για λίγες παραγράφους παύουμε να κοιτάζουμε την οθωμανική Άρτα από μακριά, μέσα από χρονολογίες, διοικητικά έγγραφα και περιγραφές μνημείων.
Ακούμε τη μουσική της.
Βλέπουμε τον πρώτο του χορού να ξεχωρίζει από τη σειρά.
Και κάπου μέσα στη νύχτα ακούμε ακόμη τα κλέφτικα τραγούδια.
Σημείωση: Το παρόν κείμενο βασίζεται σε υλικό από ευρύτερη έρευνά μου για τον Jules Blancard και τις περιηγήσεις του στην Ήπειρο, η οποία θα παρουσιαστεί σταδιακά σε επιμέρους εργασίες. Ειδικότερα, η μαρτυρία για το πανηγύρι προέρχεται από την υπό δημοσίευση εργασία μου για την περιήγησή του στην Άρτα και την Πρέβεζα, όπου θα παρατεθούν αναλυτικά οι πηγές και η σχετική βιβλιογραφία.
