Η πρώτη εικόνα της ελεύθερης Άρτας

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση της Άρτας, δημοσιογράφοι αθηναϊκών εφημερίδων ακολούθησαν τον βασιλέα Γεώργιο Α΄ στην πρώτη επίσκεψή του στη νέα ελληνική πόλη. Μέσα από τις ανταποκρίσεις τους διασώζονται σήμερα πολύτιμες εικόνες μιας Άρτας που βρισκόταν ακόμη ανάμεσα στον οθωμανικό κόσμο που έσβηνε και στη νέα ελληνική πραγματικότητα που μόλις γεννιόταν.

Τον Σεπτέμβριο του 1881, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την ενσωμάτωση της Άρτας στο ελληνικό κράτος, ο βασιλέας Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε για πρώτη φορά την πόλη που μόλις είχε περάσει από την οθωμανική κυριαρχία στη νέα ελληνική πραγματικότητα.

Μαζί του βρέθηκαν υπουργοί, αξιωματικοί, αυλικοί αλλά και δημοσιογράφοι αθηναϊκών εφημερίδων, οι οποίοι κατέγραψαν με ζωντανό τρόπο όσα αντίκρισαν στην απελευθερωμένη Άρτα.

Μέσα από τις ανταποκρίσεις αυτές αποκαλύπτεται σήμερα μια εικόνα πολύ διαφορετική από εκείνη που γνωρίζουμε. Η Άρτα του 1881 δεν ήταν ακόμη μια πλήρως ενσωματωμένη ελληνική πόλη.

Τα ίχνη της οθωμανικής περιόδου παρέμεναν έντονα στους δρόμους, στα κτίρια, στην καθημερινότητα και στους ανθρώπους. Ταυτόχρονα όμως, κάτω από τις σημαίες, τις αψίδες και τις πανηγυρικές εκδηλώσεις, διαμορφωνόταν ήδη η αίσθηση μιας νέας εποχής.

Το βασιλικό ταξίδι ξεκίνησε από τον Πειραιά με το πλοίο «Αμφιτρίτη». Καθώς το πλοίο κατευθυνόταν προς τη δυτική Ελλάδα, οι ανταποκριτές περιέγραφαν τις εικόνες του Ιονίου και των ακτών της Ακαρνανίας με τρόπο σχεδόν λογοτεχνικό.

Από τη μία πλευρά έβλεπαν τη Λευκάδα με τους ελαιώνες και τα καλλιεργημένα τοπία της και από την άλλη τις κατάφυτες αλλά άγριες εκτάσεις της Ακαρνανίας, γεμάτες βελανιδιές και δάση.

Η άφιξη στην Πρέβεζα προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση. Τουρκικά στρατεύματα είχαν παραταχθεί στα τείχη του φρουρίου και απέδιδαν τιμές στο βασιλικό πλοίο με κανονιοβολισμούς και μουσικές, ενώ μικρά πλοιάρια γεμάτα Έλληνες πλησίαζαν για να προϋπαντήσουν τη βασιλική αποστολή.

Ο ανταποκριτής δεν κρύβει τη συγκίνησή του μπροστά στη θέα της πόλης και της παραλίας της Πρέβεζας, την οποία —όπως γράφει— «στερηθήκαμε χάρη στην πολιτική του Κουμουνδούρου», υπενθυμίζοντας ότι η Πρέβεζα είχε παραμείνει ακόμη εκτός των νέων ελληνικών συνόρων.

Η αιχμή κατά του Κουμουνδούρου αντανακλά τις τότε επικρίσεις προς την ελληνική κυβέρνηση, επειδή μεγάλο μέρος της περιοχής παρέμενε εκτός των νέων ελληνικών συνόρων μετά την προσάρτηση της Άρτας το 1881.

Λίγο αργότερα, το πλοίο μπήκε στον Αμβρακικό κόλπο και έφθασε στο Μενίδι. Ο δημοσιογράφος σημειώνει με κάποια ειρωνεία ότι, ακούγοντας κανείς το όνομα «Μενίδι», θα φανταζόταν πόλη ή έστω χωριό, ενώ στην πραγματικότητα υπήρχε εκεί μόνο ένα κτίσμα που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως παντοπωλείο και τηλεγραφείο.

Από το Μενίδι ξεκίνησε η πορεία προς την Άρτα. Μπροστά προπορεύονταν έφιπποι χωροφύλακες και στρατιωτικό άγημα, ενώ όσο πλησίαζαν προς την πόλη το πλήθος γινόταν ολοένα μεγαλύτερο.

Λίγο πριν από την είσοδο στην Άρτα, οι κάτοικοι των γύρω χωριών είχαν κατασκευάσει σημαιοστολισμένη αψίδα για να υποδεχθούν τον βασιλιά. Χιλιάδες άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, είχαν συγκεντρωθεί στο σημείο, ενώ ανάμεσά τους βρίσκονταν και δεκάδες έφιπποι χωρικοί που ακολούθησαν τη συνοδεία.

Ο ανταποκριτής της εποχής περιγράφει τη στιγμή της υποδοχής με ιδιαίτερη ένταση. Περίπου δέκα χιλιάδες άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους είχαν έρθει ακόμη και από τα ουδέτερα τότε χωριά της Ηπείρου για την εμπορική πανήγυρη της πόλης, ξέσπασαν σε ζητωκραυγές μόλις εμφανίστηκε ο βασιλιάς.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά, το «ζήτω» εκείνης της στιγμής «αντηχεί ακόμη μέσα μου» και εξέφραζε, κατά τη γνώμη του, «τη φωνή ολόκληρου του έθνους».

Η είσοδος στην πόλη πραγματοποιήθηκε μέσα σε πανηγυρικό κλίμα. Στους δρόμους είχαν συγκεντρωθεί συντεχνίες, αντιπροσωπείες κατοίκων και μέλη της Ισραηλιτικής κοινότητας, κρατώντας σημαίες και λάβαρα.

Ο δήμαρχος και ο μητροπολίτης υποδέχθηκαν επίσημα τον βασιλιά, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε μια αψίδα που είχε στηθεί κοντά στην αγορά της πόλης. Πάνω της αναγράφονταν τα ονόματα ακόμη αλύτρωτων ηπειρωτικών περιοχών:

Σούλι – Πρέβεζα – Μέτσοβο – Ιωάννινα
Πάργα – Μαργαρίτι – Παραμυθιά – Συρράκο
Κάτω από τα ονόματα υπήρχαν οι εξής στίχοι:
«Η δουλωμένη Ήπειρος καλώς ήρθες σου λέγω,
Ιδέ πολύ ‘ν’ το παράπονο που κάθημαι και κλαίγω.
Δος μου, Ελλήνων αρχηγέ, εν φίλημα και φτάνει,
τα σκλαβωμένα μου παιδιά, λιγάκι να γλυκάνει.»

Οι στίχοι αυτοί αποτύπωναν με έντονο τρόπο το κλίμα της εποχής, καθώς μεγάλο μέρος της Ηπείρου, ιδιαίτερα της Άρτας, παρέμενε ακόμη εκτός ελληνικού κράτους.

Το ίδιο βράδυ η πόλη φωταγωγήθηκε πανηγυρικά. Ο ανταποκριτής μάλιστα παρατηρεί ότι ιδιαίτερο ενθουσιασμό έδειξαν οι Ισραηλίτες της Άρτας, οι οποίοι άπλωναν στο πέρασμα του βασιλιά πολύτιμα υφάσματα, μεταξωτά σάλια και κόκκινα υφάσματα για να πατήσει, θέλοντας να τιμήσουν την παρουσία του.

Μια ακόμη χαρακτηριστική περιγραφή μάς μεταφέρει την εικόνα της νυχτερινής Άρτας μέσα στο εορταστικό κλίμα εκείνων των ημερών. Έτερος δημοσιογράφος αναφέρει πως στα φτωχικά σπίτια της πόλης είχαν ανάψει μικρά καντήλια προς τιμήν του βασιλιά, ενώ από τα παράθυρα με τα δικτυωτά πλέγματα έπεφταν στους στενούς δρόμους αχνές λάμψεις από τη λεγόμενη «φέξη» — τον πανηγυρικό φωτισμό των σπιτιών.

Περιδιαβαίνοντας τα στενά και σκοτεινά δρομάκια της Άρτας, όπως γράφει, άκουγε πότε-πότε φωνές οικογενειακής ευθυμίας να βγαίνουν από τα σπίτια, εικόνες που αποτύπωναν τη συγκίνηση και την ελπίδα των κατοίκων για τη νέα εποχή που άνοιγε μπροστά τους.

Πέρα όμως από τις γιορτές και τις τελετές, οι ανταποκρίσεις καταγράφουν και τις πρώτες εικόνες της ίδιας της πόλης. Η Άρτα περιγράφεται ως μια πόλη χτισμένη μέσα σε πεδιάδα, με μικρά σπίτια που το καθένα διέθετε τον δικό του κήπο. Οι δρόμοι χαρακτηρίζονται αρκετά καθαροί, ενώ το παλιό φρούριο αναφέρεται ήδη ως σχεδόν άχρηστο.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή ενός δημοσιογράφου, ο οποίος αποτυπώνει με έντονο τρόπο την οθωμανική ακόμη όψη της πόλης: «Στο εσωτερικό της η Άρτα έχει όψη καθαρά τουρκικής πόλης.

Στενοί δρόμοι και λιθόστρωτοι, παλιά σπίτια, άβαφα εξωτερικά, γκρίζα από το χρόνο και απεριποίητα, μερικά ξύλινα…». Ο ίδιος περιγράφει ακόμη τις ξύλινες στοές, τα εργαστήρια που έκλειναν τη νύχτα με σανιδένια φύλλα, καθώς και τις ελληνικές σημαίες και τις εικόνες του βασιλικού ζεύγους που είχαν αναρτηθεί στα σπίτια από την ημέρα εισόδου του ελληνικού στρατού στην πόλη.

Ο ανταποκριτής σημειώνει ακόμη πως οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν ήδη εγκαταλείψει την πόλη και τα τζαμιά παρέμεναν ανενεργά. Αντίθετα, στις εκκλησίες είχαν πλέον τοποθετηθεί καμπάνες, «από την εποχή της ελευθερίας τους», όπως χαρακτηριστικά γράφει.

Ξεχωριστή θέση στις περιγραφές του κατέχει η Παρηγορήτισσα, την οποία θεωρεί το σημαντικότερο αξιοθέατο της πόλης, τόσο για την αρχαιότητά της όσο και για τον ιδιαίτερο βυζαντινό της χαρακτήρα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επίσκεψη του βασιλιά στη γέφυρα της Άρτας, το παλιό σύνορο ανάμεσα στο ελληνικό και το οθωμανικό κράτος.

Ο Γεώργιος πέρασε απέναντι, σε τουρκικό ακόμη έδαφος, όπου δύο λόχοι τουρκικού στρατού είχαν παραταχθεί αποδίδοντας τιμές. Οι στρατιώτες, όπως σημειώνει ο ανταποκριτής, κρατούσαν με το ένα χέρι το όπλο και με το άλλο έκαναν τεμενά, ενώ κατά την αποχώρηση κάποιος από τους Τούρκους αξιωματικούς φέρεται να ψιθύρισε το «χοσ̌ γελντίν» — «καλώς ήρθες».

Η μικρή αυτή σκηνή πάνω στη γέφυρα αποτύπωνε ίσως καλύτερα από κάθε άλλη τη μεταβατική εποχή που ζούσε τότε η περιοχή. Η Άρτα του 1881 δεν είχε ακόμη απομακρυνθεί πλήρως από τον οθωμανικό κόσμο στον οποίο ανήκε επί αιώνες.

Οι μνήμες, οι συνήθειες και οι εικόνες της παλιάς εποχής παρέμεναν ακόμη ζωντανές στους δρόμους και στους ανθρώπους της πόλης.
Κι όμως, μέσα στις ζητωκραυγές, τις σημαίες και τις καμπάνες εκείνων των ημερών, γεννιόταν ήδη η νέα ελληνική Άρτα — μια πόλη που θα άλλαζε γρήγορα πρόσωπο μέσα στις επόμενες δεκαετίες, χωρίς ποτέ να χάσει εντελώς τα ίχνη όλων όσων είχαν προηγηθεί….(Συνεχίζεται)

 

Καλλιτεχνική αναπαράσταση της υποδοχής του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στην απελευθερωμένη Άρτα (Σεπτέμβριος 1881), βασισμένη σε δημοσιογραφικές περιγραφές της εποχής.