Συνέντευξη της Παυλίνας Παμπούδη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
Η μεγάλη ποίηση, λέει η Παυλίνα Παμπούδη, είναι διαχρονική και η γοητεία της διαρκεί «Σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό» (Σεφέρης).
Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα και η πρώτη σας επαφή με την ποίηση;
Τα πρώτα μου διαβάσματα ήταν, φυσικά, κόμικς. Συγκεκριμένα, το πρώτο – πρώτο κείμενο που διάβασα ήταν μια περιπέτεια του Ντόναλντ Ντακ και των μικρών Ντιούι – Χιούι – Λιούι στην Αίγυπτο, σε μια Πυραμίδα θαμμένη στην άμμο. Τα παπάκια προκαλούν κατά λάθος μια ζημιά (στα κανωπικά δοχεία;) και ένας (παπιο)Φαραώ επανέρχεται στη ζωή.
Προσπαθεί να βγει έξω, αντικρίζει έναν αγωγό πετρελαίου που διασχίζει την έρημο, σαν πελώριο φίδι, τρομοκρατείται από τον νέο κόσμο που φαίνεται να έχει αλλάξει δραματικά και, πανικόβλητος, ξαναμπαίνει στον τάφο του μονολογώντας: «Καλύτερα σκόνη…» Θυμάμαι ολοκάθαρα την εικόνα του: καθώς κατεβαίνει την κλίμακα το σώμα του διαλύεται σιγά σιγά… Τι καταπληκτικό οικολογικό μήνυμα που πήρα στα τέσσερα μου χρόνια!
Επαφή με την ποίηση απέκτησα εννιά χρόνια αργότερα (δεν υπολογίζω, βεβαίως, τα ανούσια στιχουργήματα των σχολικών βιβλίων), διαβάζοντας τον «Λυρικό Βίο» του Σικελιανού, που έπεσε τυχαία στα χέρια μου. Έπαθα ένα σοκ, μου αποκαλύφτηκε ξαφνικά ένας ολόκληρος κόσμος ορατών και αοράτων, ένιωσα έκπληξη, θαυμασμό, αλλά μαζί και κάποια αμηχανία (για τη μεγαλοστομία του). Και, θυμάμαι, τότε ήταν που, με το θράσος της νεότητας, αποφάσισα ότι «κι εγώ θα γράψω έτσι – αλλά καλύτερα!» Ποιος ξέρει τι
εννοούσα…
Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή; Και οι πρώτες δημοσιεύσεις;
Στα 13. Και στα 15 τύπωσα την πρώτη μου συλλογή, ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Ειρηνικά», και όχι με το δικό μου όνομα αλλά με το όνομα της γιαγιάς μου, Ν. Βορεάδου –καθώς πήγαινα τότε στο Αρσάκειο και δεν ήταν πρέπον για μια αρσακειάδα να εκδίδεται, και μάλιστα με ποιήματα όχι πολύ πολιτικώς ορθά …
Εισέπραξα μια καλή κριτική από τον Ανδρέα Καραντώνη – του θύμιζα, έλεγε, τον πρώιμο Ελύτη! Η εν λόγω γιαγιά κράτησε το απόκομμα της
εφημερίδας και το κόλλησε σ’ ένα άλμπουμ, το άλμπουμ δεν γέμισε ποτέ, τον περασμένο αιώνα οι κριτικοί ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα, δεν υπήρχε η σημερινή πληθώρα…
Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο σας Πτερόεντα, ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ, Εκδόσεις ΟΤΑΝ;
Αυτή η συλλογή – μικρών κειμένων και «αποφθεγμάτων»- είχε εκδοθεί ξανά την βρήκε ενδιαφέρουσα και, προς μεγάλη μου χαρά, την εξέδωσε πάλι,από τις εκδόσεις Ροές και ήταν εξαντλημένη. Ο εκδότης Γρηγόρης Πλαστάρας αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη.
Ο τίτλος Πτερόεντα, ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ, είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;
Είναι συμβολικός και ταυτόχρονα απολύτως δηλωτικός του περιεχομένου: περιέχει ένα σμήνος μικρών και πολύ μικρών κειμένων που είτε αφορούν σε ιδέες είτε σε ανθρώπους και που μπορούν– πιθανόν – να αξιοποιηθούν ως «πρώτη ύλη» και να «αναπτυχτούν» κι άλλο κάπου, κάποτε.
Στον πρόλογο του βιβλίου γράφετε τι περιέχει το βιβλίο. Κατά πόσο βοηθά αυτό το κείμενο στη ανάγνωση του βιβλίου;
Το βιβλίο έχει γραφτεί ως μικρό, συνειρμικό, προσωπικό λεξικό. Περιέχει «λήμματα» με αλφαβητική σειρά. Αυτό διευκόλυνε κι εμένα να βάλω σε τάξη άταχτες σημειώσεις, επί παντός επιστητού, διευκολύνει και τον ανυπόμονο αναγνώστη που μπορεί να μη διαβάσει το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος, ως πεζογράφημα αλλά να δοκιμάσει «μεζεδάκια». Αυτός μπορεί πχ. να βρει
παραισθησιογόνο από το οποίο όλοι έχουμε πάρει θανατηφόρα δόση.» Ή στοστο Γράμμα Ζήτα, στο λήμμα «Ζωή» τον ορισμό: «Η ζωή είναι ένα Γράμμα Έψιλον κάτι πιο μακροσκελές: πχ. την αφήγηση μιας συνάντησης με τον ποιητή Ελύτη
Μέσα στο βιβλίο γράφετε για τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Μίλτο Σαχτούρη, τον Γιάννη Ρίτσο τον Γιώργο Σεφέρη. Γιατί αυτοί οι ποιητές εξακολουθούν να διαβάζονται και να μας γοητεύουν με τα ποιήματά τους; Η μεγάλη ποίηση είναι διαχρονική και η γοητεία της διαρκεί «Σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό» (Σεφέρης). Και εμπνέει και τις
επόμενες γενιές. Η κακή /μέτρια χάνεται συνήθως μαζί με τον δημιουργό ή τις δημόσιες σχέσεις του.
Γιατί οι Έλληνες από την αρχαιότητα αγαπάμε την ποίηση; Αφού είμαστε ο λαός με το μεγαλύτερο ποσοστό ποιητών (και «ποιητών»). Ένα 80% των Ελλήνων γράφει! Και ένα 50% αυτού εκδίδει τα πονήματά του.
Διαβάζουν οι νέοι ποίηση; Σας στέλνουν ποιήματά τους νέοι δημιουργοί;
Χμ, δεν νομίζω πως διαβάζουν. Αυτό είναι το παράδοξο: γράφουν αλλά δεν διαβάζουν! (Το παλιό ανέκδοτο έλεγε για κάποια μαντάμ Σουσού που δήλωνε για τα γαλλικά «Δεν τα εννοώ, αλλά τα ομιλώ απταίστως»!)
Ναι, λαβαίνω πολλά βιβλία. Και νέων και λιγότερο νέων δημιουργών. Στενοχωριέμαι γιατί σπάνια μπορώ να διακρίνω κάποια διαφορετική φωνή. Συχνά νιώθω πως δεν θα μπορούσα να ορκιστώ ότι τα περισσότερα δεν τα έχει γράψει ο ίδιος άνθρωπος. Τα ποιήματα μοιάζουν με βιομηχανικά προϊόντα.
Αυτό βέβαια συμβαίνει τα τελευταία χρόνια λόγω της πρωτοφανούς εξάπλωσης και άνθισης των Εργαστηρίων Δημιουργικής Γραφής (που τώρα όμως θα μαραθούν κι αυτά και θα εκτοπιστούν από τον χειρότερο «βοηθό» στην παραγωγή ποιημάτων – αυτόν της Τεχνητής Νοημοσύνης)…
