
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Σε μια περίοδο όπου ο δημόσιος διάλογος μοιάζει να ασφυκτιά μέσα σε έναν κυκεώνα τοξικότητας, παραπολιτικής και επικοινωνιακών αντιπαραθέσεων, κάθε απόπειρα επαναφοράς της ουσίας της πολιτικής στο προσκήνιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Υπό αυτή την έννοια, η ανακοίνωση μανιφέστου από το αναμενόμενο νεοσύστατο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αποτελεί, τουλάχιστον σε επίπεδο συμβολισμού, μια θετική εξέλιξη.
Και αυτό διότι τα τελευταία χρόνια η πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα έχει σε μεγάλο βαθμό εκφυλιστεί σε μια διαρκή προσπάθεια φθοράς του αντιπάλου, με τα κόμματα να επενδύουν περισσότερο στην ανάδειξη της ήττας του κυβερνητικού σχηματισμού ως αυτοσκοπό, παρά στη διαμόρφωση συνεκτικών και πειστικών προγραμμάτων διακυβέρνησης.
Η καθημερινότητα ασφαλώς και αποτελεί πεδίο πολιτικής, όμως η εργαλειοποίηση της χωρίς στρατηγικό βάθος δεν παράγει προοπτική.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κατάθεση ενός μανιφέστου μπορεί να ανοίξει, έστω και θεωρητικά, έναν διάλογο γύρω από τον πυρήνα της πολιτικής δηλαδή την οικονομία, την εργασία, την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τον πολιτισμό, την παραγωγική ανασυγκρότηση.
Το κρίσιμο, βεβαίως, δεν είναι η διακήρυξη προθέσεων, αλλά η εξειδίκευση τους σε ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα.
Γιατί αυτό κάθε αυτό το μανιφέστο 7500 περίπου λέξεων δεν αρκεί να απαντήσει συγκεκριμένα και με βάθος.
Στο ίδιο πλαίσιο, και η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τετραήμερη εργασία συνιστά μια πολιτική παρέμβαση που αξίζει να συζητηθεί. Ανεξάρτητα από το αν είναι εφαρμόσιμη ή όχι, θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα για το μέλλον της εργασίας και την ισορροπία μεταξύ παραγωγικότητας και ποιότητας ζωής. Και μόνο το γεγονός ότι ανοίγει μια τέτοια συζήτηση αποτελεί στοιχείο πολιτικής λειτουργίας.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις επιμέρους κινήσεις, παραμένει ένα βαθύτερο ερώτημα.
Πόσο και πως πραγματικά μπορούν να διαφοροποιηθούν οι πολιτικές που προτείνονται; Πόσο εφικτό είναι να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή πορείας;
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως τα περιθώρια είναι περιορισμένα. Και είναι περιορισμένα όχι λόγω έλλειψης ιδεών, αλλά λόγω του ίδιου του πλαισίου μέσα στο οποίο κινούνται τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.
Όπως έχω ξαναγράψει, οι δημοσιονομικοί κανόνες, οι θεσμικές δεσμεύσεις, οι αγορές και οι υπερεθνικές ισορροπίες διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον, εντός του οποίου οι αποκλίσεις είναι μικρές και συχνά περισσότερο διαχειριστικού χαρακτήρα.
Αυτό έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν, αλλά επιβεβαιώνεται και σήμερα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου κυβερνήσεις που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντροαριστερές εφαρμόζουν πολιτικές που κινούνται εντός των ίδιων βασικών κατευθύνσεων.
Οι διαφοροποιήσεις εντοπίζονται κυρίως στο ύφος, στην επικοινωνία και σε επιμέρους παρεμβάσεις, όχι όμως στον πυρήνα των επιλογών.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί μια δημόσια σφαίρα που κυριαρχείται από υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η τραγωδία των Τεμπών, που πλέον βρίσκεται στη Δικαιοσύνη, η αμφισβήτηση αποφάσεων της ηγεσίας της δικαιοσύνης κατά το δοκούν, ένα διαχρονικό θέμα και μια σειρά γεγονότων που, ενώ είναι σοβαρά και απαιτούν διερεύνηση, χρησιμοποιούνται συχνά ως εργαλεία πολιτικής φθοράς. Η προσδοκία ότι μια κυβέρνηση θα πέσει ως «ώριμο φρούτο» δεν συνιστά πολιτική πρόταση.
Και γι’ αυτό είναι εξωπραγματικό μετά από σχεδόν 10 χρόνια το Κυβερνών κόμμα να προηγείται στις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης αλλά και τις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν με διψήφιες διαφορές..
Είναι προφανές ότι, στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, οι βασικοί διεκδικητές της εξουσίας απέναντι στην κυβερνώσα παράταξη διαμορφώνονται γύρω από δύο πόλους.
Το ΠΑΣΟΚ και το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Παράλληλα, μικρότερες πολιτικές δυνάμεις είτε θα πιεστούν είτε θα οδηγηθούν σε συγκλίσεις και απορροφήσεις, διαμορφώνοντας έναν πιο συμπαγή αντιπολιτευτικό χώρο.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αμείλικτο.
Θα προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία ένα πραγματικό αντίπαλο δέος με ουσιαστικές πολιτικές προτάσεις ή απλώς μια εναλλαγή διαχειριστών του ίδιου πλαισίου;
Γιατί η χώρα δεν έχει ανάγκη μόνο από αλλαγή προσώπων ή συσχετισμών. Έχει ανάγκη από πολιτική με περιεχόμενο, από στρατηγική με βάθος και από προτάσεις που να αγγίζουν τον πυρήνα των προβλημάτων.
Διαφορετικά, ο δημόσιος διάλογος θα συνεχίσει να διολισθαίνει σε μια «χάβρα» εντυπώσεων, συγκρούσεων και απαξίωσης, απομακρύνοντας ολοένα και περισσότερο τους πολίτες από τη συμμετοχή.
Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ενεργούς πολίτες. Και η ενεργοποίηση προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη που χτίζεται μόνο όταν η πολιτική ξαναβρεί την ουσία της.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών