Funds, κόκκινα δάνεια και πλειστηριασμοί. Η γάγγραινα που πληγώνει την ελληνική κοινωνία

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Η συζήτηση για τα funds και τα κόκκινα δάνεια δεν είναι απλώς μια οικονομική ή τραπεζική υπόθεση. Είναι ένα βαθύ κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα που αγγίζει χιλιάδες ελληνικές οικογένειες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες.

Είναι μια από τις πιο επώδυνες κληρονομιές της δεκαετούς οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, η οποία συνεχίζει να παράγει κοινωνικές εντάσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις μέχρι σήμερα.

Η ιστορία ξεκινά ουσιαστικά μετά την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2010-2015. Η ύφεση, η ανεργία και η δραματική μείωση των εισοδημάτων οδήγησαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες σε αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Τα λεγόμενα “κόκκινα δάνεια” διογκώθηκαν σε πρωτοφανή επίπεδα, απειλώντας όχι μόνο τους δανειολήπτες αλλά και την ίδια τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Σε ορισμένες περιόδους ξεπέρασαν τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ, αποτελώντας σχεδόν το μισό χαρτοφυλάκιο δανείων των τραπεζών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2015 ο Νόμος 4354/2015, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο νόμος αυτός δημιούργησε το θεσμικό πλαίσιο για την πώληση και μεταβίβαση δανείων σε εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και για τη διαχείρισή τους από ειδικές εταιρείες (servicers).

Με απλά λόγια, άνοιξε τον δρόμο ώστε τα τραπεζικά δάνεια να μπορούν να μεταβιβάζονται σε επενδυτικά κεφάλαια, τα γνωστά πλέον funds.

Από εκεί και πέρα ξεκινά η μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση.
Οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση.

Οι ελληνικές τράπεζες ήταν βυθισμένες σε έναν τεράστιο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων, αδυνατώντας να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία.

Η εκκαθάριση των ισολογισμών τους θεωρήθηκε αναγκαία προϋπόθεση για την επιβίωσή τους και για την επανεκκίνηση της πιστωτικής επέκτασης. Η μεταφορά των προβληματικών δανείων σε funds παρουσιάστηκε ως εργαλείο εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος.

Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος.
Για χιλιάδες πολίτες, η εικόνα είναι διαφορετική. Είδαν τα δάνειά τους να πωλούνται σε επενδυτικά σχήματα σε τιμές που συχνά αντιστοιχούσαν σε μικρό ποσοστό της ονομαστικής τους αξίας, χωρίς οι ίδιοι να έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν το χρέος τους με αντίστοιχους όρους.

Είδαν να αλλάζει ο συνομιλητής τους, από μια τράπεζα σε έναν απρόσωπο μηχανισμό διαχείρισης απαιτήσεων. Και είδαν την απειλή του πλειστηριασμού να γίνεται ολοένα και πιο πραγματική.

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πρωτίστως ηθικό και πολιτικό.
Διότι δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ένα δάνειο να πωλείται σε έναν επενδυτή με σημαντική έκπτωση, αλλά ο ίδιος ο δανειολήπτης να μην έχει αντίστοιχο δικαίωμα εξαγοράς;

Πώς μπορεί η κοινωνία να αποδεχθεί ότι η πρώτη κατοικία ενός ανθρώπου κινδυνεύει να χαθεί, όταν το ίδιο το χρέος έχει ήδη μεταβιβαστεί σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την ονομαστική του αξία;

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δεν είναι όλοι οι οφειλέτες θύματα της κρίσης.

Υπήρξαν και στρατηγικοί κακοπληρωτές, άνθρωποι με οικονομική δυνατότητα που εκμεταλλεύθηκαν τα κενά του συστήματος για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Ένα κράτος δικαίου δεν μπορεί να αγνοεί και αυτή την πραγματικότητα.

Η πολιτική δυσκολία βρίσκεται ακριβώς εδώ.
Στο να ξεχωρίσει τον πραγματικά αδύναμο από τον στρατηγικό κακοπληρωτή.
Η κατάσταση επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια με το σχέδιο “Ηρακλής”, μέσω του οποίου οι τράπεζες προχώρησαν σε μαζικές τιτλοποιήσεις και μεταβιβάσεις κόκκινων δανείων, μειώνοντας δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στους ισολογισμούς τους.

Από τραπεζικής σκοπιάς, το σχέδιο θεωρήθηκε επιτυχές. Από κοινωνικής σκοπιάς όμως, πολλοί θεωρούν ότι απλώς μεταφέρθηκε το πρόβλημα από τις τράπεζες στα funds και στους servicers.

Και εδώ αρχίζει η ουσία της πολιτικής συζήτησης.
Οι κυβερνήσεις των μνημονιακών χρόνων αλληλοκατηγορούνται για το ποιος φέρει την ευθύνη. Άλλοι επισημαίνουν ότι η βάση είχε τεθεί ήδη από προηγούμενα νομοθετήματα και τις δεσμεύσεις των μνημονίων.

Άλλοι τονίζουν ότι ο νόμος του 2015 ήταν εκείνος που άνοιξε θεσμικά τον δρόμο για τη λειτουργία των funds. Η αλήθεια είναι ότι το πρόβλημα δεν ανήκει αποκλειστικά σε μία κυβέρνηση ή σε ένα κόμμα.

Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου οικονομικής κατάρρευσης, λανθασμένων πολιτικών επιλογών, υπερδανεισμού, μνημονιακών δεσμεύσεων και τραπεζικών αδυναμιών.

Ωστόσο, η πολιτική ευθύνη όλων είναι ότι δεν βρέθηκε ποτέ μια πραγματικά ισορροπημένη λύση που να προστατεύει αποτελεσματικά τους οικονομικά αδύναμους χωρίς να υπονομεύει τη σταθερότητα των τραπεζών.

Σήμερα, η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να ζει με αυτή τη γάγγραινα. Χιλιάδες πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ρυθμίσεις, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς, ενώ ταυτόχρονα οι τράπεζες εμφανίζονται εξυγιασμένες και οι οικονομικοί δείκτες βελτιωμένοι.

Το ερώτημα όμως παραμένει αμείλικτο:
Μπορεί να θεωρηθεί πραγματική οικονομική επιτυχία μια πολιτική που σώζει τους ισολογισμούς των τραπεζών αλλά αφήνει ανοιχτές πληγές στην κοινωνία;

Διότι η οικονομία δεν είναι μόνο αριθμοί, δείκτες και λογιστικά μεγέθη. Είναι άνθρωποι, οικογένειες, περιουσίες και όνειρα μιας ζωής. Και όσο το πρόβλημα των κόκκινων δανείων αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως τραπεζικό ζήτημα και όχι ως κοινωνικό ζήτημα, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή.

Η πραγματική πρόκληση για το πολιτικό σύστημα δεν είναι να αποδείξει ποιος φταίει περισσότερο. Είναι να βρει έναν τρόπο ώστε η οικονομική εξυγίανση να συμβαδίζει με την κοινωνική δικαιοσύνη.

Γιατί διαφορετικά, τα funds θα συνεχίσουν να αποτελούν για πολλούς Έλληνες όχι ένα εργαλείο οικονομικής διαχείρισης, αλλά το σύμβολο μιας εποχής όπου οι αριθμοί νίκησαν τους ανθρώπους.

*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών