Ακρίβεια-Πέρα από τα προεκλογικά συνθήματα

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Η ακρίβεια δεν αποτελεί πλέον μια αφηρημένη οικονομική έννοια ούτε ένα ακόμη θέμα στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα του μισθωτού, του συνταξιούχου, του μικρού επαγγελματία και της οικογένειας που προσπαθεί να πληρώσει το ενοίκιο, το ηλεκτρικό ρεύμα, τις μετακινήσεις και το καθημερινό καλάθι του νοικοκυριού.

Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να προσεγγίσουμε το πρόβλημα μακριά από τα προεκλογικά παιχνίδια τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης. Η οικονομική δυσκολία των πολιτών δεν μπορεί να γίνεται άλλοθι για κυβερνητικούς πανηγυρισμούς ούτε έδαφος για έναν ανεξέλεγκτο πλειστηριασμό υποσχέσεων.

Τα τελευταία στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Τον Ιούνιο του 2026 ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4,4% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός, με τον οποίο γίνονται οι ευρωπαϊκές συγκρίσεις, διαμορφώθηκε στο 3,9%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της ευρωζώνης ήταν 2,8%. Επομένως, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Πίσω όμως από τον γενικό δείκτη κρύβονται ακόμη μεγαλύτερες επιβαρύνσεις. Μέσα σε έναν χρόνο το κόστος της στέγασης αυξήθηκε κατά 10,6%, οι μεταφορές κατά 7,2% και η κατηγορία ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια κατά 7,7%. Τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκαν κατά 2,7%, με ανατιμήσεις στο ψωμί, στο κρέας, στα πουλερικά, στα γαλακτοκομικά, στα αυγά, στα φρούτα, στα λαχανικά και στον καφέ.

Αυτές οι αυξήσεις δεν κατανέμονται ισότιμα. Ένα νοικοκυριό που διαθέτει μεγάλο μέρος του εισοδήματος του για ενοίκιο, τρόφιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και καύσιμα βιώνει στην πράξη έναν προσωπικό πληθωρισμό πολύ μεγαλύτερο από τον επίσημο μέσο όρο. Ο γενικός δείκτης είναι ένα χρήσιμο στατιστικό μέγεθος, αλλά δεν περιγράφει με τον ίδιο τρόπο την καθημερινότητα όλων των πολιτών.

-Η μεγάλη παρανόηση γύρω από τον πληθωρισμό
Στην πολιτική συζήτηση συχνά παρουσιάζεται η υποχώρηση του ρυθμού του πληθωρισμού ως μείωση της ακρίβειας. Πρόκειται για σοβαρή παρανόηση.

Όταν ο πληθωρισμός υποχωρεί, οι τιμές κατά κανόνα δεν επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Απλώς συνεχίζουν να αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα. Το κύμα ανατιμήσεων των προηγούμενων ετών παραμένει ενσωματωμένο στις τιμές που πληρώνει σήμερα ο καταναλωτής.

Ο γενικός δείκτης τιμών τον Ιούνιο του 2026 βρισκόταν στις 126,84 μονάδες, με επίπεδο αναφοράς το 100 του 2020. Ο δείκτης των τροφίμων βρισκόταν στις 137,01 μονάδες και της στέγασης στις 140,02. Αυτό σημαίνει ότι, σε σύγκριση με το επίπεδο αναφοράς του 2020, το συνολικό επίπεδο τιμών είναι περίπου 27% υψηλότερο, τα τρόφιμα περίπου 37% και η στέγαση περίπου.

Επομένως, το πρόβλημα δεν εξαντλείται στο ποσοστό του πληθωρισμού ενός μήνα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν τα καθαρά εισοδήματα έχουν αυξηθεί αρκετά ώστε να καλύψουν αυτή τη συσσωρευμένη απώλεια αγοραστικής δύναμης.

-Η κυβερνητική επιχειρηματολογία
Η κυβέρνηση απαντά ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας πρέπει να στηρίζεται στις αυξήσεις των μισθών, στη μείωση ορισμένων φόρων και σε στοχευμένες παρεμβάσεις για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Αναφέρει επίσης ότι, χάρη στον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, διατέθηκαν τους πρώτους μήνες του 2026 περίπου 800 εκατομμύρια ευρώ για μέτρα στήριξης.

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η απασχόληση και τα ονομαστικά εισοδήματα έχουν βελτιωθεί σε σχέση με τα χρόνια της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος κατά το 2025.

Καταγράφει όμως ταυτόχρονα αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών και επιβράδυνση της κατανάλωσης στις αρχές του 2026, λόγω της επίδρασης του υψηλού πληθωρισμού στο πραγματικό εισόδημα. Επισημαίνει ακόμη ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους περιορίζει την αγοραστική δύναμη και επιβαρύνει την ιδιωτική κατανάλωση.

Άρα η κυβερνητική εικόνα περιέχει ένα μέρος της αλήθειας, αλλά όχι ολόκληρη την πραγματικότητα. Η αύξηση ενός ονομαστικού μισθού δεν αποτελεί πραγματική βελτίωση όταν απορροφάται από το ενοίκιο, την ενέργεια, τα τρόφιμα και τη φορολογία της κατανάλωσης. Τα επιδόματα μπορεί να ανακουφίζουν προσωρινά, αλλά δεν αποτελούν μόνιμη απάντηση σε ένα διαρθρωτικό πρόβλημα.

-Η αντιπολιτευτική πλειοδοσία
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση προβάλλει μειώσεις ή προσωρινό μηδενισμό του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, περιορισμούς στα περιθώρια κέρδους, ανώτατες τιμές, πρόσθετες ενισχύσεις και αυστηρότερους ελέγχους στην αγορά. Πρόκειται για προτάσεις που πρέπει να εξετάζονται σοβαρά και όχι να απορρίπτονται εκ των προτέρων.

Οφείλουν όμως να συνοδεύονται από συγκεκριμένο κόστος, τρόπο χρηματοδότησης, χρονική διάρκεια και μηχανισμό που θα διασφαλίζει ότι η φορολογική ελάφρυνση θα φτάσει πράγματι στον καταναλωτή.

Η εμπειρία από την προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα στην Ισπανία έδειξε σημαντική, αλλά όχι απόλυτη, μετακύλιση της μείωσης στις τελικές τιμές. Η σχετική ευρωπαϊκή μελέτη υπολόγισε ότι περίπου το 70% της φορολογικής μείωσης πέρασε στον καταναλωτή. Επομένως, η μείωση του ΦΠΑ μπορεί να βοηθήσει, αλλά δεν αποτελεί μαγική λύση χωρίς ανταγωνισμό, ελέγχους και συνεχή παρακολούθηση των τιμών.

Δεν με πείθει, λοιπόν, ούτε η κυβερνητική θέση ότι η αύξηση των μισθών και τα επιδόματα αρκούν για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια ούτε η αντιπολιτευτική ευκολία με την οποία εξαγγέλλονται οριζόντια μέτρα χωρίς πλήρη κοστολόγηση.

-Η αναγκαία σοβαρή πολιτική
Μια αξιόπιστη πολιτική κατά της ακρίβειας πρέπει να συνδυάζει στοχευμένες φορολογικές παρεμβάσεις σε βασικά αγαθά, ουσιαστικούς ελέγχους σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, ενίσχυση του ανταγωνισμού, διαφάνεια στα περιθώρια κέρδους και προστασία των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.

Πρέπει επίσης να αντιμετωπίζει το ενεργειακό κόστος, το κόστος της αγροτικής παραγωγής και κυρίως τη στεγαστική κρίση. Όσο τα ενοίκια αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα, καμία περιορισμένη αύξηση μισθού και κανένα προσωρινό επίδομα δεν θα αρκούν.

Η ακρίβεια δεν προσφέρεται για πολιτικά παιχνίδια. Δεν αντιμετωπίζεται με πανηγυρισμούς, συνθήματα και εύκολες υποσχέσεις. Απαιτεί αριθμούς, κοστολόγηση, έλεγχο των αποτελεσμάτων και κυρίως σεβασμό στον πολίτη που βλέπει καθημερινά το εισόδημά του να χάνει την πραγματική του αξία.

Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να παρουσιάσει μετρήσιμα αποτελέσματα και όχι μόνο μέτρα. Η αντιπολίτευση έχει την υποχρέωση να καταθέτει εφαρμόσιμες και χρηματοδοτημένες προτάσεις και όχι έναν ακόμη κατάλογο προεκλογικών εξαγγελιών.
Γιατί η καθημερινή αγωνία των ανθρώπων δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εργαλείο κατάκτησης ή διατήρησης της εξουσίας.

*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών