Η Άρτα όπως την είδε ένας Αθηναίος το 1881

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Οι παλιές ανταποκρίσεις του 1881 δεν διασώζουν μόνο τα γεγονότα της απελευθέρωσης της Άρτας. Διασώζουν κυρίως τα πρόσωπα μιας εποχής που έσβηνε αργά: τον ανήσυχο μητροπολίτη, τους βροχερούς δρόμους γεμάτους φουστανέλες, τις πολιτικές συζητήσεις στα σπίτια και στα καφενεία, αλλά και τη λησμονημένη αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη, που ζούσε φτωχικά στην πόλη. Μέσα από τις περιγραφές των Αθηναίων δημοσιογράφων αναδύεται σήμερα η ανθρώπινη όψη της Άρτας των πρώτων ημερών της ελευθερίας.

Πέρα από τις επίσημες τελετές και τις πανηγυρικές υποδοχές, οι ανταποκρίσεις των αθηναϊκών εφημερίδων από την Άρτα του 1881 καταγράφουν και κάτι ακόμη πολύ πιο ενδιαφέρον: τις μικρές εικόνες της καθημερινής ζωής μιας πόλης που μόλις είχε περάσει από την οθωμανική εποχή στο ελληνικό κράτος.

Μέσα από τις περιγραφές των δημοσιογράφων αποκαλύπτονται πρόσωπα, σπίτια, συνήθειες, πολιτικές συζητήσεις αλλά και οι αντιφάσεις μιας κοινωνίας που προσπαθούσε ακόμη να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Η Άρτα που συναντούν οι Αθηναίοι ανταποκριτές δεν θυμίζει σε τίποτε την πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Σε πολλά σημεία μοιάζει ακόμη περισσότερο με ανατολίτικη επαρχιακή πόλη παρά με ελληνικό αστικό κέντρο.

Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» σημειώνει χαρακτηριστικά πως, αν κάποιος επισκεπτόταν τότε την Άρτα, «θα πίστευε πως βρίσκεται ακόμη σε τουρκική χώρα». Οι φουστανέλες, τα φέσια, οι κάπες και οι κεφαλόδεσμοι κυριαρχούσαν παντού, ενώ ακόμη και ο ιδιωματικός τρόπος ομιλίας των Ηπειρωτών προκαλούσε εντύπωση στους επισκέπτες από την Αθήνα.

Οι δρόμοι της πόλης περιγράφονται στενοί και στριφτοί, γεμάτοι κόσμο, ενώ τα σπίτια μικρά, σχεδόν όλα με τους δικούς τους κήπους. Οι άνθρωποι κινούνταν αργά μέσα στη βροχή και στη λάσπη, σε μια πόλη που μόλις άρχιζε να αφήνει πίσω της αιώνες οθωμανικής παρουσίας.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί στον ανταποκριτή η εικόνα της Αρχιεπισκοπής και κυρίως η προσωπικότητα του μητροπολίτη Σεραφείμ Βυζαντίου, μίας από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές μορφές της εποχής, ο οποίος αργότερα θα συνδέσει το όνομά του και με τη συγγραφή σημαντικού ιστορικού έργου για την Άρτα.

Η περιγραφή του ιεράρχη είναι σχεδόν θεατρική. Τον παρουσιάζει να υποδέχεται τους επισκέπτες «πηδώντας σχεδόν και τρέχοντας προς την πόρτα», με ανοιχτές αγκάλες και συνεχείς υποκλίσεις.

Ο δημοσιογράφος στέκεται με λεπτομέρειες τόσο στη συμπεριφορά όσο και στην εμφάνισή του. Παρατηρεί τα γυαλιά του, την έκφραση του προσώπου του αλλά και τη συνήθειά του να γράφει ποιήματα, καθώς ο μητροπολίτης είχε συνθέσει ειδικούς στίχους για την άφιξη του βασιλιά.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της επισκοπικής κατοικίας, την οποία ο ανταποκριτής παρουσιάζει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια. Η Αρχιεπισκοπή, όπως σημειώνει, ήταν «παλαιόν μεν οικοδόμημα, αλλά καλώς διατηρούμενον», με μεγάλες και ευρύχωρες αίθουσες, καθώς και ειδικό δωμάτιο όπου βρισκόταν ο αρχιερατικός θρόνος.

Οι χώροι ήταν γεμάτοι τάπητες, παραπετάσματα, άνθη και χρώματα, ενώ παντού υπήρχε έντονη μυρωδιά από φρέσκια βαφή λόγω των προετοιμασιών για τη βασιλική επίσκεψη.

Στους τοίχους υπήρχαν εικόνες Βυζαντινών και Ρώσων αυτοκρατόρων, προσωπογραφίες Ρώσων στρατηγών αλλά και η εικόνα μιας Ρωσίδας κυρίας με το όνομα «Φραγκίσκα», λεπτομέρεια που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στον Αθηναίο δημοσιογράφο.

Σε περίοπτη θέση βρισκόταν ακόμη η μορφή ενός «άγριου και αυστηρού» προκατόχου του μητροπολίτη, την οποία ο ανταποκριτής αντιμετωπίζει με εμφανή ειρωνεία.

Εκείνο όμως που φαίνεται πως τον εξέπληξε περισσότερο ήταν ένας μεγάλος καθρέφτης, πάνω στον οποίο είχαν κολληθεί χάρτινες εικόνες αποκομμένες από το γαλλικό περιοδικό μόδας Journal des Modes de Paris.

Η παράξενη αυτή συνύπαρξη βυζαντινών εικόνων, ρωσικών προσωπογραφιών και παριζιάνικης μόδας μέσα στην ίδια επισκοπική κατοικία αποτύπωνε ίσως καλύτερα από κάθε άλλη εικόνα τις αντιφάσεις της εποχής και μιας κοινωνίας που βρισκόταν ακόμη ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση.

Παρά τις ειρωνικές παρατηρήσεις του, ο δημοσιογράφος δείχνει να γοητεύεται από την παράξενη αυτή ατμόσφαιρα της πόλης. Σε άλλο σημείο περιγράφει τους σοφάδες των σπιτιών, πάνω στους οποίους οι φιλοξενούμενοι ξάπλωναν τα βράδια πίνοντας καφέ, καμιά φορά και κονιάκ, ενώ έξω η βροχή έπεφτε ασταμάτητα.

Η συνεχής κακοκαιρία εντυπωσιάζει ιδιαίτερα τον Αθηναίο δημοσιογράφο, ο οποίος γράφει με κάποια δόση υπερβολής πως στην Άρτα «βρέχει έναν μήνα, πολλές φορές και περισσότερο, χωρίς ούτε μία ευεργετική διακοπή». Οι δρόμοι πλημμύριζαν, ο Άραχθος φούσκωνε και η ομίχλη σκέπαζε την κοιλάδα και τα γύρω βουνά.

Οι περιγραφές του γίνονται συχνά σχεδόν λογοτεχνικές. «Οι αστραπές», γράφει, «μας φωτίζουν σαν μετέωρα», ενώ αλλού σημειώνει πως από μακριά η κοιλάδα και τα βουνά φαίνονταν «σαν σκιές».

Μέσα όμως σε αυτές τις εικόνες ξεχωρίζει και μία βαθιά συγκινητική στιγμή.
Στο σπίτι του δημάρχου Αντωνόπουλου, ο ανταποκριτής γνώρισε μια ηλικιωμένη Σουλιώτισσα γυναίκα, της οποίας —όπως γράφει— «το βλέμμα, το ανάστημα και η φωνή μαρτυρούσαν το ηρωικό αίμα από το οποίο καταγόταν». Λίγο αργότερα πληροφορήθηκε πως επρόκειτο για την Αγγελική, αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη.

Η σκηνή φαίνεται πως τον συγκλόνισε. Περιγράφει πως η γυναίκα αυτή ζούσε στην Άρτα μέσα στη φτώχεια, έχοντας χάσει τον σύζυγό της και μεγαλώνοντας τον εγγονό της, «τρώγοντας το πικρό ψωμί της φτώχειας».

Όταν μάλιστα άκουσε να μιλά για τον αδελφό της, γράφει χαρακτηριστικά:
«Δεν μπορώ όμως να σας περιγράψω τι ένιωσα, όταν μίλησε για την ψυχή του Μάρκου.»
Μέσα σε μία μόνο φράση αποτυπώνεται όχι μόνο η συγκίνηση του ίδιου του δημοσιογράφου, αλλά και η ζωντανή ακόμη παρουσία της μνήμης της Επανάστασης στην Ήπειρο λίγες μόλις δεκαετίες μετά το 1821.

Οι ανταποκρίσεις αποκαλύπτουν επίσης τις πρώτες πολιτικές συζητήσεις της νέας εποχής. Το όνομα του Καραπάνου κυριαρχεί στις συζητήσεις και ο δημοσιογράφος παρατηρεί ότι τα πολιτικά πάθη είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται έντονα στην περιοχή.

Αναφερόμενος μάλιστα στις επερχόμενες εκλογές, σημειώνει με εμφανή ειρωνεία πως οι Αρτινοί θα «αφομοιωθούν πλήρως» με τις παθογένειες της παλαιάς ελληνικής πολιτικής ζωής.

«Από εμάς εξαρτάται να τους διαφθείρουμε κι αυτούς ολοκληρωτικά», γράφει χαρακτηριστικά, πριν καταλήξει σχεδόν σαρκαστικά: «Κλάψτε μας!»

Οι εντυπώσεις του ανταποκριτή δεν περιορίζονται μόνο στην πολιτική και στην καθημερινότητα. Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα των ανταποκρίσεών του, περιγράφει και τη νοσταλγία που του προκαλούσε η απομόνωση της πόλης λόγω της συνεχούς βροχής.

«Να βρέχει και να είσαι αποκλεισμένος χωρίς γυναικεία συντροφιά — αυτό πια είναι ανυπόφορο», γράφει με χιούμορ, εκφράζοντας παράλληλα τη νοσταλγία του για την Αθήνα και τις «ζωηρές Αθηναίες» που θα μπορούσαν να γλυκάνουν τις ώρες της πλήξης.

Μέσα από όλες αυτές τις μικρές εικόνες αποκαλύπτεται μια Άρτα πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Μια πόλη που βρισκόταν ακόμη ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον οθωμανικό κόσμο που έσβηνε αργά και τη νέα ελληνική πραγματικότητα που μόλις άρχιζε να διαμορφώνεται.

Οι ανταποκρίσεις εκείνων των ημερών δεν αποτελούν απλώς δημοσιογραφικές καταγραφές μιας βασιλικής επίσκεψης. Αποτυπώνουν με μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να αλλάξει χωρίς ακόμη να έχει αποκοπεί από το παρελθόν της.

Και ίσως γι’ αυτό, περισσότερο από τις επίσημες τελετές και τις πανηγυρικές υποδοχές, εκείνο που παραμένει σήμερα ζωντανό μέσα από τις παλιές εφημερίδες είναι οι μικρές ανθρώπινες εικόνες: η βροχή πάνω στους λασπωμένους δρόμους, οι στενοί σοφάδες των σπιτιών, η ηλικιωμένη αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη, οι πολιτικές συζητήσεις στα καφενεία και η αίσθηση μιας πόλης που προσπαθούσε ακόμη να βρει τη θέση της στη νέα εποχή…..(Συνεχίζεται)

 

Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» συνομιλεί με την Αγγελική Μπότσαρη στην Άρτα του 1881. Η ηλικιωμένη αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη αποτέλεσε μία από τις πιο συγκινητικές μορφές που συνάντησαν οι Αθηναίοι ανταποκριτές τις πρώτες ημέρες της ελευθερίας. Καλλιτεχνική αναπαράσταση βασισμένη σε δημοσιογραφική ανταπόκριση του 1881.