
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος
Καθώς η χώρα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική τροχιά, ένα φαινόμενο επανέρχεται με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια. Η ΠΑΡΟΧΟΛΟΓΙΑ. Από τη μία πλευρά η κυβέρνηση, αξιοποιώντας το πλεονέκτημα της εξουσίας και το πολιτικό momentum που της δίνουν οι δημοσκοπήσεις.
Από την άλλη, τα κόμματα που φιλοδοξούν να την διαδεχθούν, καταθέτοντας υποσχέσεις, εξαγγελίες και μέτρα που υπόσχονται να βελτιώσουν τη ζωή των πολιτών.
Δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό στο να παρουσιάζει ένα κόμμα το πρόγραμμά του. Αντιθέτως, αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι υποσχέσεις μετατρέπονται σε έναν διαγωνισμό πλειοδοσίας χωρίς αντίκρισμα.
Όταν ο πολίτης ακούει για αυξήσεις μισθών, μειώσεις φόρων, επιδόματα, ενισχύσεις και κοινωνικές παροχές χωρίς να γνωρίζει το βασικότερο στοιχείο. Πόσο κοστίζουν και από πού θα βρεθούν τα χρήματα.
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά στο παρελθόν την πολιτική λογική των εύκολων υποσχέσεων. Για δεκαετίες κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις υπόσχονταν περισσότερα από όσα μπορούσε να αντέξει η οικονομία. Το αποτέλεσμα ήταν γνωστό.
Δημοσιονομικά ελλείμματα, υπερχρέωση, μνημόνια και μια δεκαετής κρίση που σημάδεψε ολόκληρη την κοινωνία.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι έχει έρθει η ώρα να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται ο προεκλογικός διάλογος.
Πρώτον
Υποχρεωτική και πλήρης κοστολόγηση των προγραμμάτων
Κάθε πολιτικό κόμμα που ζητά την ψήφο των πολιτών πρέπει να παρουσιάζει αναλυτικά το πρόγραμμά του και να το συνοδεύει από πλήρη κοστολόγηση όλων των μέτρων που προτείνει.
Δεν αρκεί να ακούμε ότι θα δοθεί ένα επίδομα, ότι θα αυξηθούν οι συντάξεις, ότι θα μειωθούν οι φόροι,τα καύσιμα ,η ενέργεια κλπ κλπ. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει.
Πόσο κοστίζει κάθε μέτρο.
Ποια θα είναι η ετήσια επιβάρυνση του προϋπολογισμού.
Από ποιες πηγές θα χρηματοδοτηθεί.
Ποιες άλλες δαπάνες θα περιοριστούν ή ποια νέα έσοδα θα δημιουργηθούν.
Η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους διαφήμισης.
Ούτε οι εκλογές είναι διαγωνισμός εντυπώσεων. Οι πολίτες δεν χρειάζονται συνθήματα αλλά αριθμούς.
Θα έπρεπε μάλιστα να θεσπιστεί ένας ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου, ώστε όλα τα κόμματα, κυβερνητικά και αντιπολιτευόμενα, να υποβάλλουν τα προγράμματά τους σε δημοσιονομική αξιολόγηση πριν από τις εκλογές.
Όχι για να λογοκριθούν οι πολιτικές τους επιλογές, αλλά για να γνωρίζει ο λαός αν αυτά που υπόσχονται είναι εφικτά ή αποτελούν απλώς ευχολόγια.
Η δημοκρατία απαιτεί ελευθερία προτάσεων. Απαιτεί όμως και διαφάνεια.
Δεύτερον
Ίση μεταχείριση των νέων πολιτικών σχηματισμών, ένα δεύτερο ζήτημα, εξίσου σημαντικό.
Το πολιτικό σκηνικό μεταβάλλεται διαρκώς. Νέα κόμματα εμφανίστηκαν παλαιότερα υποχωρούν και οι κοινωνικές ισορροπίες αλλάζουν. Ήδη στις επόμενες εκλογές θα υπάρξουν νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που σήμερα δεν εκπροσωπούνται στη Βουλή, αλλά εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις με σημαντικά ποσοστά και διεκδικούν ενεργά την εξουσία.
Αλλά και άλλα μικρότερα κόμματα που έχουν πολλά να μας πουν.
Το ερώτημα είναι απλό. Πρέπει αυτά τα κόμματα να αντιμετωπίζονται ως πολιτικοί δεύτερης κατηγορίας, επειδή δεν διαθέτουν ακόμη κοινοβουλευτική παρουσία;
Η απάντηση μου είναι ξεκάθαρα ΟΧΙ
Εφόσον ένα κόμμα καταγράφει σημαντική απήχηση στην κοινωνία και διεκδικεί με αξιώσεις τη διακυβέρνηση της χώρας, οφείλει να έχει ίσες ευκαιρίες προβολής και δημόσιου διαλόγου με τα κοινοβουλευτικά κόμματα και να ξεδιπλώσουν τις πολιτικές θέσεις.
Ιδιαίτερα στα τηλεοπτικά ντιμπέιτ, έστω και με τους κανόνες που γίνονται, όπου οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να συγκρίνουν θέσεις, προγράμματα και πρόσωπα, δεν είναι λογικό να αποκλείονται πολιτικές δυνάμεις που συγκεντρώνουν σημαντική λαϊκή υποστήριξη μόνο και μόνο επειδή δεν είχαν προηγούμενη κοινοβουλευτική παρουσία.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με βάση το χθες, αλλά με βάση το σήμερα.
Αν ένα νέο κόμμα εμφανίζεται δημοσκοπικά ισχυρό και διεκδικεί την ψήφο εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, τότε αυτοί οι πολίτες δικαιούνται να ακούσουν τον πολιτικό τους φορέα στο ίδιο τραπέζι με όλους τους υπόλοιπους. Η πολιτική ισότητα δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν κάποιος συμμετείχε στην προηγούμενη Βουλή.
Ώρα για ουσία
Η χώρα έχει ανάγκη από μια διαφορετική προεκλογική περίοδο. Λιγότερα συνθήματα, λιγότερη επικοινωνία, λιγότερη τεχνητή πόλωση και περισσότερη ουσία.
Οι πολίτες πρέπει να απαιτήσουν από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς δύο απλά πράγματα:
Πρώτον, να καταθέσουν πλήρως κοστολογημένα προγράμματα και να εξηγήσουν με ειλικρίνεια πώς θα χρηματοδοτήσουν όσα υπόσχονται.
Δεύτερον, να διεξαχθεί ένας πραγματικά ανοιχτός και ισότιμος δημόσιος διάλογος, όπου κάθε πολιτική δύναμη με ουσιαστική κοινωνική απήχηση θα μπορεί να παρουσιάσει τις θέσεις της χωρίς αποκλεισμούς.
Μόνο τότε οι εκλογές θα πάψουν να είναι ένας διαγωνισμός υποσχέσεων και θα μετατραπούν σε αυτό που πραγματικά πρέπει να είναι. Μια συνειδητή επιλογή για το μέλλον της χώρας.
Ασφαλώς το σύστημα δεν πρόκειται να ανατραπεί από όλα τα κόμματα εξουσίας γιατί στον πυρήνα των πολιτικών ελάχιστα έχουν για να διαφοροποιηθούν…..
Στην πιθανολογούμενη διαφοροποίηση διαχείρισης γίνεται Ο ΘΟΡΥΒΟΣ….
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών