
Στου φεγγαριού τα δρώμενα, τα δώματα...
Του Χρήστου Νιάρου
Όταν το φεγγάρι είναι στην καλύτερή του φάση, δεν ρωτάει για χειμώνες, καλοκαίρια, για αμμουδιές και βροχοπτώσεις, για ξαπλώστρες και στιγμές χωρίς ρολόι.
Δεν ρωτάει τα σύννεφα και τις χαμηλές ή υψηλές θερμοκρασίες του καιρού. Θα κάνει το χρέος του, θα ταξιδέψει σε βουνοπλαγιές, θα περάσει γέφυρες, θα αφουγκραστεί τους καημούς, αναστεναγμούς, νοσταλγίες παρόντων και απόντων συνταξιδευτών του, που «όπου γης και πατρίς» το νιώθουν.
Δεν ρωτάει τον καθένα και την καθεμία, μα το καθετί, παρόντα, απόντα συνομιλητή και συνοδοιπορούντα των ονείρων, των ταξιδιών του, αφού στην κοινή πορεία της ζωής και του σύμπαντος τώρα τους είναι… μια κατηγορία από μόνο του, η πιο μεγάλη τους στιγμή. Δεν ρωτάει ούτε καλοθελητές ούτε και βαρβάρους παντός τύπου και εποχής. Δεν κοιτάει ούτε τι χρώμα είναι το δέρμα τους ούτε και το τι έχει η τσέπη τους. Στα ίσα και στα ξεκάθαρα βλέπει το καθετί, ακόμη και την όποια σκιά και δόξα τους.
Οι πάντες και οι άπαντες παρατηρητές του, καθώς συμμετέχουν εξ αποστάσεως και δια ζώσης στο ποίημα, στους στίχους και στο αφήγημα του, έκθαμβοι, με δέος και χαρά… το ακουμπούν, συνταξιδεύουν. Ακόμη και οι τοίχοι, οι πυλωτές, τα μπαλκόνια, τα πορτοπαράθυρα, το χαλάκι της κουζίνας, οι πλατείες και κυρίως της νύχτας τα καμώματα διαβάζουν, γεύονται τις προθέσεις και τη μοίρα της τροχιάς του, αποκτούν μια άλλη διάσταση.
Μπαίνουν νοερά και ρεαλιστικά στο κύμα, στον κύκλο, στο κάλλος και στο κάδρο του το φωτεινό.
Ενδεχομένως να σιγοψιθυρίζουν τη συννεφιά του χειμώνα, σε μια στροφή καλοκαιριού, αφού η θερμοκρασία της εποχής της ραστώνης και της μέθεξης των αισθήσεων και γεύσεων του αποτελούν το καλό αποκούμπι και αλλά και ταξίδι τους πολλών φάσεων.
Πανηγυρίζει το φεγγάρι τέτοια ώρα που είναι τώρα, που ήτανε καλοκαίρι, Ιούλιο μήνα στο γιόμα του και κόσμος πολύς… έπεφτε με τα μάτια της ψυχής του πάνω του. Ακόμη και η κουρτίνα του σαλονιού, τα τραπεζοκαθίσματα της αυλής, η βουκαμβίλια και ο φράχτης ήτανε και θα ‘ναι παρών σε αυτή τη γλυκιά συγκυρία. Και το φεγγάρι το λαμπρό, από τον Ιούλιο, έμπαινε μα και έπαιζε στον πάτωμα και στα σκαλοπάτια της κάθε γειτονιάς το φως και τα τραγούδια του. Εξ επαφής και ακαταπαύστως τα δρώμενα του κάνανε τους απόντες παρόντες.
Στα δε ακροδάχτυλά του, στην ευθεία των σκέψεων των παρόντων και απόντων, γίνεται, γίνονταν και θα γίνεται ένα και το αυτό μαζί τους. Άλλωστε και τα ταξίδια τα μακρινά τους, σε άλλες γειτονιές και ημισφαίρια, καθώς πρέπει και έτσι μάλλον θα ‘ναι, αφού παίρνουν αυτή του την εικόνα, τα χρώματα και τις γραφές του για συντροφιά και οδηγό και πυξίδα, δείχνει τη μέγιστη σημασία που έχει στο βίο, στα δρώμενα, στα δώματα και στο βιογραφικό τους.
Κάπως έτσι κοπάζει ο αέρας του χειμώνα, αφού γειτνίαζει και εμφιλοχωρεί στα καλοκαίρια των χαλαρών ενατενίσεων και όχι μόνο. Κάπως έτσι και η κάθε παράγραφος ζωής, κάθε γεύση, κάθε ποίημα, σημείωμα, αόριστο, ανομοιοκατάληκτο, πρόχειρο, δανεικό, αυθόρμητο, εσωστρεφές, ημιτελές, απλό και ακατάληπτο σε σύνταξη και γραμματική, μπροστά στη σελίδα και στο μονόλογο του καλοκαιριού με φεγγάρι πάνω του… δεν τελειώνει, δεν ερμηνεύεται απόλυτα. Πιθανόν και να τα χάνει τα λόγια του ή και να βρίσκει στη σιωπή της γλυκιάς εποχής, στα μεσημέρια κοινής ησυχίας φερεπείν, το λόγο αλλά και την αφορμή να ‘ναι καλοτάξιδο για έναν ακόμη χειμώνα, για ένα ακόμη αναδυόμενο χαλαρό και καλό υπόλοιπο καλοκαιριού…