Η Άρτα των επαγγελματιών (1891-1929)

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Γ΄ Μέρος

Επαγγέλματα που χάθηκαν, επαγγέλματα που άλλαξαν
Οι επαγγελματικοί κατάλογοι της Άρτας από το 1891 έως το 1929 δεν καταγράφουν μόνο πρόσωπα και επιχειρήσεις. Καταγράφουν έναν ολόκληρο κόσμο εργασίας, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό έχει πλέον εξαφανιστεί. Ξεφυλλίζοντας τις κιτρινισμένες σελίδες τους συναντά κανείς επαγγέλματα άγνωστα στους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες, αλλά απολύτως απαραίτητα για την οικονομική και κοινωνική ζωή της εποχής.

Πολλά από αυτά χάθηκαν οριστικά. Άλλα μετασχηματίστηκαν και επιβιώνουν με διαφορετική μορφή. Όλα όμως αποτελούν κομμάτι της ιστορίας της Άρτας.

Η οικονομία των «αποικιακών»
Μία από τις πρώτες κατηγορίες που τραβούν την προσοχή είναι τα καταστήματα αποικιακών. Η ίδια η λέξη ακούγεται σήμερα παράξενη. Στις αρχές του 20ού αιώνα όμως ήταν απολύτως συνηθισμένη.

Ως αποικιακά χαρακτηρίζονταν προϊόντα που έφθαναν από μακρινές χώρες: καφές, ζάχαρη, ρύζι, πιπέρι, κανέλα, τσάι και διάφορα μπαχαρικά. Τα καταστήματα αποικιακών αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην τοπική αγορά και το διεθνές εμπόριο.
Απέναντί τους βρίσκονταν οι έμποροι εγχωρίων προϊόντων, οι οποίοι διακινούσαν τα προϊόντα της αρτινής γης και της ηπειρωτικής υπαίθρου.

Η διάκριση αυτή αποκαλύπτει μια οικονομία πολύ πιο σύνθετη από όσο συνήθως φανταζόμαστε για μια επαρχιακή πόλη των αρχών του 20ού αιώνα.

Αρτινοί με τη σημαία του Εμπορικού Συλλόγου Άρτης, το 1928. Η οργανωμένη εμπορική κοινότητα της πόλης σε μια περίοδο έντονων οικονομικών και επαγγελματικών μεταβολών. (Πηγή: Νομαρχιακό Περιοδικό ΠΡΟΤΑΣΗ, 1999.)

 

Η Άρτα των τεχνιτών
Περπατώντας κανείς νοερά στους δρόμους της Άρτας των αρχών του 20ού αιώνα, θα συναντούσε έναν κόσμο τεχνιτών που σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Οι επαγγελματικοί κατάλογοι διασώζουν τα ονόματά τους, όμως πίσω από τις λιτές καταχωρίσεις κρύβεται μια ολόκληρη καθημερινότητα.

Σε κάποιο εργαστήριο της αγοράς ο γανωτής επισκεύαζε τα χάλκινα σκεύη των νοικοκυριών, καλύπτοντάς τα με κασσίτερο ώστε να παραμένουν κατάλληλα για χρήση.

Λίγο παραπέρα ο καλαθοποιός έπλεκε καλάθια κάθε μεγέθους, απαραίτητα για τη συγκομιδή, τη μεταφορά και την αποθήκευση των αγροτικών προϊόντων. Στα καρροποιεία κατασκευάζονταν και επισκευάζονταν τα κάρα που συνέδεαν την πόλη με τα χωριά της περιοχής, σε μια εποχή όπου οι μεταφορές βασίζονταν ακόμη στα άλογα και τα μουλάρια.

Οι κηροποιοί παρασκεύαζαν κεριά για τα σπίτια, τα καταστήματα και κυρίως για τις εκκλησίες, καλύπτοντας ανάγκες φωτισμού αλλά και λατρείας σε μια εποχή που το κερί αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινής ζωής.

Την ίδια στιγμή οι φανοποιοί κατασκεύαζαν και συντηρούσαν φανάρια και φωτιστικά σώματα, όταν ο ηλεκτρισμός παρέμενε ακόμη πολυτέλεια ή δεν είχε φθάσει παντού, ενώ οι ορειχαλκουργοί επεξεργάζονταν μέταλλα και δημιουργούσαν πλήθος αντικειμένων καθημερινής χρήσης για σπίτια, καταστήματα και εργαστήρια.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν αποτελούσαν απλώς επαγγελματικές κατηγορίες ενός καταλόγου. Συνόδευαν τον κάτοικο της Άρτας σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής του. Κατασκεύαζαν τα εργαλεία του αγρότη, επισκεύαζαν τα οικιακά σκεύη, φρόντιζαν τα μεταφορικά μέσα και κάλυπταν ανάγκες που σήμερα εξυπηρετούνται από τη βιομηχανική παραγωγή και το οργανωμένο εμπόριο.

Η σταδιακή εξαφάνισή τους κατά τον 20ό αιώνα σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο από την απλή απώλεια ορισμένων επαγγελμάτων. Σηματοδοτεί τη μετάβαση από την κοινωνία του τεχνίτη και του μικρού εργαστηρίου στην κοινωνία του εργοστασίου, της μαζικής παραγωγής και των σύγχρονων καταστημάτων. Μαζί τους χάθηκε και ένας ολόκληρος κόσμος γνώσεων, δεξιοτήτων και καθημερινών πρακτικών που επί γενιές αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής στην Άρτα.

Η πόλη των βυρσοδεψών
Ξεχωριστή θέση στην οικονομική ζωή της Άρτας κατείχαν τα βυρσοδεψεία. Η παρουσία βυρσοδεψείων στους επαγγελματικούς καταλόγους δεν αποτελεί απλή καταγραφή ενός ακόμη επαγγέλματος.

Η επεξεργασία δερμάτων συνδέεται με την οικονομική ιστορία της Άρτας ήδη από τους μεσαιωνικούς χρόνους. Για αιώνες τα δέρματα αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της περιοχής προς τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης.

Η συνοικία της Ταμπακιάδας δίπλα στο ποτάμι πήρε άλλωστε το όνομά της από τους ταμπάκηδες, δηλαδή τους βυρσοδέψες, που δραστηριοποιούνταν εκεί επί γενεές. Οι επαγγελματικοί κατάλογοι των αρχών του 20ού αιώνα αποτυπώνουν τα τελευταία ίσως στάδια μιας δραστηριότητας που είχε συμβάλει καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης επί πολλούς αιώνες.

Η σημασία του κλάδου ήταν τέτοια ώστε η συνοικία της Ταμπακιάδας εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα παραγωγικά τμήματα της πόλης. Η χαρακτηριστική οσμή των κατεργαζόμενων δερμάτων, οι δεξαμενές επεξεργασίας και η καθημερινή κίνηση εργατών και εμπόρων αποτελούσαν επί αιώνες αναπόσπαστο στοιχείο της αρτινής καθημερινότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι στους επαγγελματικούς καταλόγους συναντούμε επίσης δερματοπωλεία και επαγγέλματα που σχετίζονται άμεσα με το δέρμα και την επεξεργασία του. Η βιομηχανική παραγωγή και οι νέες μέθοδοι επεξεργασίας οδήγησαν σταδιακά στην παρακμή αυτού του παραδοσιακού κλάδου.

Οι εκτελωνιστές και το εμπόριο της Κόπραινας
Ανάμεσα στα επαγγέλματα που σήμερα ακούγονται ασυνήθιστα συναντούμε και τους εκτελωνιστές, οι οποίοι σε παλαιότερα έγγραφα αναφέρονται συχνά ως «διασαφισταί». Ο όρος προερχόταν από τη διασάφηση των εμπορευμάτων, δηλαδή τη διαδικασία καταγραφής και δήλωσής τους στις τελωνειακές αρχές. Η παρουσία τους δεν είναι καθόλου τυχαία.

Η ύπαρξη διασαφιστών στην Άρτα συνδεόταν άμεσα με την εμπορική κίνηση της Κόπραινας και τις εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων που πραγματοποιούνταν μέσω του Αμβρακικού, καθώς οι εκτελωνιστές αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση των διαδικασιών που απαιτούσε η διακίνηση των εμπορευμάτων.

Ήταν οι άνθρωποι που γνώριζαν τους τελωνειακούς κανονισμούς, φρόντιζαν για τα απαραίτητα έγγραφα και διευκόλυναν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές προϊόντων.
Ο όρος «διασαφιστής», που σήμερα έχει σχεδόν λησμονηθεί, επιβιώνει ακόμη στις μνήμες παλαιότερων οικογενειών της Άρτας, καθώς πολλοί επαγγελματίες του εμπορίου και των τελωνειακών εργασιών ήταν γνωστοί περισσότερο με αυτή την ιδιότητα παρά με τον νεότερο τίτλο του εκτελωνιστή.

Η παρουσία τους υπενθυμίζει ότι η Άρτα των αρχών του 20ού αιώνα δεν ήταν μια απομονωμένη επαρχιακή πόλη αλλά ένας ενεργός εμπορικός κόμβος, συνδεδεμένος με τα δίκτυα διακίνησης προϊόντων του ελληνικού κράτους.

Στην ίδια εμπορική πραγματικότητα ανήκαν και οι παραγγελιοδόχοι, μια επαγγελματική κατηγορία που σήμερα έχει σχεδόν λησμονηθεί. Η παρουσία τους στους επαγγελματικούς καταλόγους της Άρτας δείχνει ότι η τοπική αγορά διέθετε οργανωμένους επαγγελματίες που αναλάμβαναν, έναντι προμήθειας, την εκτέλεση εμπορικών παραγγελιών για λογαριασμό άλλων εμπόρων.

Ο παραγγελιοδόχος έφερνε σε επαφή παραγωγούς, προμηθευτές και αγοραστές, φρόντιζε για την προμήθεια των εμπορευμάτων και διευκόλυνε τις συναλλαγές σε μια εποχή όπου η προσωπική γνωριμία, η εμπιστοσύνη και η καλή γνώση της αγοράς αποτελούσαν βασικές προϋποθέσεις του εμπορίου.

Η παρουσία επτά παραγγελιοδόχων στους καταλόγους δείχνει ότι η Άρτα διέθετε μια οργανωμένη εμπορική αγορά με διασυνδέσεις πέρα από τα όρια της πόλης. Το επάγγελμα μπορεί να εξαφανίστηκε ως ονομασία, όμως πολλές από τις λειτουργίες του επιβιώνουν σήμερα στους εμπορικούς αντιπροσώπους, στους agents και στους επαγγελματίες που αναλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των εμπορικών συναλλαγών.

Κρασί, ούζο και μπύρα
Αν κάποιος περιδιάβαινε την αγορά της Άρτας στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, θα διαπίστωνε ότι η παραγωγή και η διάθεση ποτών αποτελούσαν έναν ιδιαίτερα ζωντανό τομέα της τοπικής οικονομίας. Οι επαγγελματικοί κατάλογοι της εποχής αποκαλύπτουν έναν κόσμο πολύ πιο σύνθετο από ό,τι θα φανταζόταν κανείς σήμερα.

Η Άρτα διέθετε ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση σημαντική παράδοση στην παραγωγή ποτών. Ιδιαίτερα γνωστά ήταν τα τοπικά ποτοποιεία, τα οποία παρήγαν ούζο και άλλα αποστάγματα που κατανάλωναν οι κάτοικοι της περιοχής αλλά και διοχετεύονταν σε γειτονικές αγορές.

Η παρουσία πολλών σχετικών επαγγελματικών κατηγοριών στους καταλόγους δείχνει ότι δεν επρόκειτο για μια περιστασιακή δραστηριότητα αλλά για έναν δυναμικό κλάδο της τοπικής οικονομίας.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι κατάλογοι διακρίνουν με σαφήνεια τα οινοποιεία – ποτοποιεία, τα οινοπνευματοποιεία και τα ζυθοπωλεία. Η διάκριση αυτή φανερώνει μια αγορά με αξιοσημείωτο βαθμό εξειδίκευσης.

Άλλοι επαγγελματίες ασχολούνταν με την παραγωγή κρασιού, άλλοι με την απόσταξη και την παραγωγή οινοπνεύματος και ποτών, ενώ άλλοι διέθεταν τα προϊόντα αυτά στο καταναλωτικό κοινό.

Τα ζυθοπωλεία αποτελούσαν μια σχετικά νεότερη μορφή καταστήματος, συνδεδεμένη με τις νέες συνήθειες που έκαναν την εμφάνισή τους στις ελληνικές πόλεις του Μεσοπολέμου. Δεν ήταν απλώς σημεία πώλησης μπύρας. Ήταν χώροι συνάντησης, συζήτησης και ψυχαγωγίας, όπου συχνά κατέληγαν έμποροι, επαγγελματίες και ταξιδιώτες μετά το τέλος της ημέρας.

Μέσα από αυτές τις φαινομενικά απλές επαγγελματικές καταχωρίσεις διακρίνεται μια Άρτα που δεν περιοριζόταν μόνο στην παραγωγή και στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Ήταν μια πόλη με ζωντανή κοινωνική ζωή, με επιχειρηματική δραστηριότητα και με επαγγελματίες που παρακολουθούσαν τις νέες τάσεις της εποχής, προσαρμόζοντας συνεχώς τις δραστηριότητές τους στις ανάγκες της αγοράς.

Οινομαγειρεία και ζυθοπωλεία
Οι κατάλογοι του Μεσοπολέμου αποκαλύπτουν επίσης μια πόλη που διασκεδάζει.
Τα οινομαγειρεία αποτελούσαν τους προγόνους των σημερινών ταβερνών και εστιατορίων. Εκεί οι πελάτες μπορούσαν να φάνε, να πιούν κρασί και να συναντήσουν φίλους ή συνεργάτες.

Τα ζυθοπωλεία, από την άλλη πλευρά, αντανακλούν την αυξανόμενη διάδοση της μπύρας στις ελληνικές πόλεις των αρχών του 20ού αιώνα.
Πρόκειται για επαγγέλματα που δεν εξαφανίστηκαν πλήρως, αλλά μεταμορφώθηκαν ακολουθώντας τις αλλαγές της κοινωνίας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εμφάνιση καμπαρέ στους επαγγελματικούς καταλόγους της περιόδου.

Η παρουσία τους υπενθυμίζει ότι η Άρτα του Μεσοπολέμου δεν ήταν μόνο μια εμπορική πόλη αλλά και ένας τόπος ψυχαγωγίας. Η εμφάνισή τους στους επαγγελματικούς καταλόγους του Μεσοπολέμου αποκαλύπτει μια λιγότερο γνωστή πλευρά της αρτινής κοινωνίας.

Τα καταστήματα αυτά συνδύαζαν μουσική, θέαμα και διασκέδαση, ακολουθώντας πρότυπα που είχαν ήδη εμφανιστεί στις μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις. Η παρουσία τους δείχνει ότι η Άρτα συμμετείχε, έστω και σε μικρότερη κλίμακα, στις πολιτισμικές και κοινωνικές αλλαγές της εποχής, προσφέροντας στους κατοίκους μορφές ψυχαγωγίας που ξεπερνούσαν το παραδοσιακό καφενείο ή το οινομαγειρείο.

Τα βιβλιοδετεία και η διάδοση της εκπαίδευσης
Μια ακόμη κατηγορία που προκαλεί ενδιαφέρον είναι τα βιβλιοδετεία. Σήμερα το επάγγελμα του βιβλιοδέτη έχει σχεδόν εξαφανιστεί, στις αρχές όμως του 20ού αιώνα αποτελούσε απαραίτητη ειδικότητα.

Τα σχολικά βιβλία, τα λογιστικά κατάστιχα, τα συμβόλαια και τα διάφορα έντυπα φθείρονταν γρήγορα και συχνά χρειάζονταν επιδιόρθωση ή νέα βιβλιοδεσία. Παράλληλα, η παρουσία βιβλιοχαρτοπωλείων φανερώνει την ανάπτυξη της εκπαίδευσης και των δημόσιων υπηρεσιών σε μια πόλη που προσπαθούσε να προσαρμοστεί στα δεδομένα του νεότερου ελληνικού κράτους.

Η ύπαρξη τέτοιων επαγγελμάτων αποδεικνύει ότι η αγορά της Άρτας δεν εξυπηρετούσε μόνο τις βασικές ανάγκες επιβίωσης αλλά και τις πνευματικές και μορφωτικές ανάγκες των κατοίκων της.

Τα οπλοπωλεία ως κατάλοιπο μιας άλλης εποχής
Ανάμεσα στις επαγγελματικές κατηγορίες των καταλόγων συναντούμε και τα οπλοπωλεία, μια δραστηριότητα που σήμερα προκαλεί εντύπωση. Για τους ανθρώπους της εποχής όμως η ύπαρξή τους ήταν απολύτως φυσιολογική.

Η Άρτα είχε μόλις εξέλθει από μια μακρά περίοδο κατά την οποία αποτελούσε μεθοριακή πόλη. Για δεκαετίες τα σύνορα του ελληνικού κράτους βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από την πόλη, ενώ το κυνήγι και η οπλοκατοχή ήταν πολύ πιο διαδεδομένα από ό,τι σήμερα.

Τα οπλοπωλεία εξυπηρετούσαν ανάγκες που σχετίζονταν τόσο με την καθημερινότητα όσο και με την ιδιαίτερη ιστορική συγκυρία της εποχής. Η παρουσία τους στους επαγγελματικούς καταλόγους αποτελεί ακόμη μία υπενθύμιση ότι η Άρτα των αρχών του 20ού αιώνα διέφερε σημαντικά από τη σημερινή.

Επαγγέλματα που άλλαξαν όνομα
Δεν χάθηκαν όμως όλα τα επαγγέλματα που συναντούμε στους παλιούς καταλόγους. Πολλά κατάφεραν να επιβιώσουν, προσαρμοζόμενα στις ανάγκες κάθε εποχής και αλλάζοντας σταδιακά μορφή, ονομασία ή τρόπο λειτουργίας.

Τα καταστήματα αποικιακών, που άλλοτε προμήθευαν τους κατοίκους της Άρτας με καφέ, ζάχαρη, ρύζι και μπαχαρικά από μακρινές χώρες, έδωσαν τη θέση τους στα παντοπωλεία και αργότερα στα μίνι μάρκετ και τα σύγχρονα σούπερ μάρκετ.

Τα παλιά οινομαγειρεία, όπου οι θαμώνες συνδύαζαν το φαγητό με το κρασί και τη συντροφιά, εξελίχθηκαν στις ταβέρνες και τα εστιατόρια της σημερινής εποχής.

Άλλα επαγγέλματα συρρικνώθηκαν χωρίς να εξαφανιστούν εντελώς. Τα βιβλιοδετεία, για παράδειγμα, γνώρισαν μεγάλη άνθηση όταν τα βιβλία, τα λογιστικά κατάστιχα και τα έγγραφα χρειάζονταν συνεχή συντήρηση και επιδιόρθωση. Η εξέλιξη όμως των τυπογραφικών και εκδοτικών τεχνικών περιόρισε σημαντικά τη σημασία τους.

Αντίθετα, τα βιβλιοχαρτοπωλεία εξακολούθησαν να αποτελούν μέρος της εμπορικής ζωής της πόλης, αν και με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από εκείνον που είχαν έναν αιώνα πριν.

Οι μεταμορφώσεις αυτές δείχνουν ότι η ιστορία της εργασίας δεν είναι μόνο ιστορία επαγγελμάτων που χάθηκαν. Είναι και ιστορία επαγγελμάτων που κατάφεραν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, ακολουθώντας τις αλλαγές της κοινωνίας, της τεχνολογίας και των καταναλωτικών συνηθειών.

Μέσα από τις σελίδες των παλιών επαγγελματικών οδηγών μπορούμε έτσι να παρακολουθήσουμε όχι μόνο τι έσβησε με το πέρασμα του χρόνου, αλλά και πώς η ίδια η οικονομική ζωή της Άρτας μεταμορφώθηκε από γενιά σε γενιά.

 

Παιτόνι στην οδό Σκουφά, λίγο μετά τον ναό του Αγίου Γεωργίου, το 1928. Τα άλογα και οι άμαξες εξακολουθούσαν να αποτελούν βασικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων, σε μια εποχή όπου τα πρώτα αυτοκίνητα μόλις άρχιζαν να κάνουν την εμφάνισή τους στην Άρτα. (Πηγή: Αρχείο Μ/Φ Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ».)

Η μνήμη μιας άλλης Άρτας
Πίσω από όλες αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες βρίσκονται άνθρωποι που εργάστηκαν, δημιούργησαν οικογένειες και συνέβαλαν στην ανάπτυξη της πόλης.

Οι περισσότεροι δεν άφησαν πίσω τους βιβλία ή μνημεία. Άφησαν όμως τα ίχνη τους στους επαγγελματικούς καταλόγους, στις επιγραφές των καταστημάτων, στις φωτογραφίες και στις αναμνήσεις των παλαιότερων.

Γι’ αυτό οι παλιοί επαγγελματικοί οδηγοί δεν αποτελούν απλώς καταλόγους ονομάτων. Είναι μια πολύτιμη καταγραφή της καθημερινής ζωής και της εργασίας στην Άρτα μιας άλλης εποχής.

Και ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από τη μελέτη τους είναι ότι η ιστορία μιας πόλης δεν γράφεται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα. Γράφεται και από τους ανθρώπους που εργάστηκαν στα καταστήματα, στα εργαστήρια, στα χάνια και στις επιχειρήσεις της, δημιουργώντας τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό που κράτησε ζωντανή την Άρτα για πολλές γενιές.

Σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς τους επαγγελματικούς τίτλους ακούγονται παράξενοι ή ακατανόητοι. Κάποτε όμως αντιστοιχούσαν σε πραγματικούς ανθρώπους, με εργαστήρια, καταστήματα, οικογένειες και όνειρα.

Ήταν οι άνθρωποι που άνοιγαν κάθε πρωί τα μαγαζιά τους στην αγορά της Άρτας, που υποδέχονταν πελάτες, που διακινούσαν προϊόντα και που συνέβαλαν, ο καθένας με τον τρόπο του, στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης.

Οι επαγγελματικοί κατάλογοι δεν διασώζουν μόνο τα ονόματά τους. Διασώζουν τη μνήμη μιας Άρτας που μπορεί να χάθηκε, αλλά εξακολουθεί να ζει πίσω από τις λέξεις, τα επαγγέλματα και τις ιστορίες της.

Η παρούσα τριλογία αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια προσέγγισης της επαγγελματικής και οικονομικής ζωής της Άρτας μέσα από τους επαγγελματικούς καταλόγους των ετών 1891, 1913-1919 και 1920-1929, πηγές που μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε καλύτερα τους ανθρώπους, τα επαγγέλματα και την καθημερινότητα μιας πόλης που άλλαζε μαζί με τον χρόνο.

Πηγές
Χ. Μακρίδης, Οδηγός του Εμπορίου και της Βιομηχανίας της Ελλάδος (Αθήνα, 1891).
Επαγγελματικοί κατάλογοι Άρτας περιόδου 1913-1919.
Επαγγελματικοί κατάλογοι Άρτας περιόδου 1920-1929.
Περιοδικό Σκουφάς, τχ. 64-65 (1983), άρθρο Χρήστου Χειμωνά.
Τοπικός και περιφερειακός Τύπος της εποχής.
Σχετικά άρθρα
Για τη σύνταξη της παρούσας μελέτης αξιοποιήθηκαν επίσης στοιχεία από δημοσιευμένες έρευνες στην ιστοσελίδα «Δόξες Αγήραντες του Δεσποτάτου», μεταξύ των οποίων:
«Επαγγελματικός Οδηγός Άρτης του 1891»
«Οι επαγγελματίες στην πόλη της Άρτας (1913-1919)»
«Επαγγελματίαι Άρτης κατά το χρονικό διάστημα 1920-1929» (σειρά άρθρων)
«Τα χάνια στην Ταμπακιάδα»
«Τα χάνια στην πλατεία Κιλκίς»
«Το χάνι του Μιχάλη»
«Το χάνι του Καραβασίλη στο Μονοπλιό»
καθώς και άλλα σχετικά δημοσιεύματα για την οικονομική και κοινωνική ιστορία της Άρτας.